ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Η Μάχη του Χαϊδαρίου 1826
Iδιαίτερους δεσμούς έχει το Χαϊδάρι και με την ιστορική περίοδο της Επανάστασης του 1821, αφού αποτέλεσε το θέατρο κρίσιμων μαχών που έλαβαν χώρα στις 6 και 8 Αυγούστου του 1826 αλλά και της μικρότερης μάχης στο Δαφνί στις 21 Μαρτίου 1827, ελάχιστες εβδομάδες πριν από τη δεινή ήττα των Ελλήνων στον Ανάλατο. Τόσο οι μάχες στο Χαϊδάρι, όσο και αυτή στο Δαφνί είχαν πρωταγωνιστές τον Γεώργιο Καραϊσκάκη (1780-1827) και τους οπλαρχηγούς που είχαν συνταχθεί στο πλευρό του, καθώς και τον Γάλλο αξιωματικό Κάρολο Φαβιέρο (1782-1855) επικεφαλής των δυνάμεων του ελληνικού τακτικού στρατού και του μικρού τάγματος των φιλελλήνων. Οι μάχες αυτές αποτέλεσαν μέρος των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της προσπάθειας για απελευθέρωση της Ακρόπολης, του κάστρου των Αθηνών, που τελούσε υπό πολιορκία από τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά, γνωστό και ως Κιουταχή (1780-1839).
Ιστορικές πηγές
Η περιγραφή των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων στο Χαϊδάρι εν πολλοίς βασισμένη στα απομνημονεύματα του οπλαρχηγού Χριστόφορου Περραιβού, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, και του αξιωματικού Χρήστου Βυζάντιου (1805-1877), που υπηρέτησε στις γραμμές των τακτικών σωμάτων υπό τις διαταγές του Φαβιέρου.
Θεωρούμε πως η αντιπαράθεση των απόψεων ενός καπετάνιου των ατάκτων και ενός αξιωματικού είναι απολύτως απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα στην αφήγηση.
Οι έριδες, οι διχογνωμίες και οι συγκρούσεις που προέκυψαν μεταξύ της παράταξης των ατάκτων και αυτής των τακτικών κατά την εκστρατεία του Καραϊσκάκη για την απελευθέρωση των Αθηνών, είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις διαφορές -κάποιες φορές αρκετά μεγάλες- που υπάρχουν στα απομνημονεύματα των πολεμιστών που συμμετείχαν στα γεγονότα.
To φαινόμενο αυτό -ιδιαίτερα συνηθισμένο στην ιστορική έρευνα- επιβάλλει τη χρήση πολλαπλών πηγών.
Πίσω, λοιπόν, στην Ελευσίνα όταν η είδηση της κατάληψης της πόλεως των Αθηνών από τις δυνάμεις του Κιουταχή έφτασε στην Ελευσίνα, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να κινηθούν, παρά την αντίθετη γνώμη του Φαβιέρου που έλεγε ότι έπρεπε να περιμένουν την άφιξη του τακτικού ιππικού. Ο Φαβιέρος υποστήριζε ότι η εκστρατεία είχε γίνει με στόχο την απελευθέρωση των Αθηνών. Εφόσον η πόλη είχε καταληφθεί από τον εχθρό, μια επίθεση χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να εκδιώξουν εντελώς τους Τούρκους ήταν μάταιη. Ο Καραϊσκάκης, όμως, ήταν αμετακίνητος στην απόφασή του για επίθεση γιατί θεωρούσε ότι αν έμεναν άπρακτοι στην Ελευσίνα, τα σώματα των ατάκτων θα διαλύονταν και οι μαχητές θα γύριζαν στα χωριά τους. Πριν από την επιχείρηση, που ορίστηκε για το βράδυ της 5ης Αυγούστου, ο σερασκέρης εμψύχωνε με πύρινα λόγια τους άνδρες του:
«Αδέλφια, τιμές και σταυρούς από εκείνους που δίνουν τα άλλα έθνη δεν έχει το δικό μας να σας δώσει. To μόνο βραβείο μας θα είναι η υπόληψη που θ’ αποχτήσουμε ανάμεσά μας. Αυτό μας φτάνει για την ώρα, ακόμα κι αν μας είναι γραφτό να πεθάνουμε».
Η μάχη της 6ης Αυγούστου 1826
Τα μεσάνυχτα της 5ης Αυγούστου οι τακτικοί του Φαβιέρου και οι άτακτοι του Καραϊσκάκη και των άλλων καπεταναίων στρατοπέδευσαν στο περιβόλι του Χαϊδαρίου, ανάμεσα στον Κορυδαλλό και τον ελαιώνα. O Βυζάντιος ορίζει με λεπτομέρεια την τοποθεσία, όπου βρισκόταν πυργοειδές κτίσμα μέσα σε τειχισμένο αγρόκτημα:
«θέσιν καλούμενη Χαϊδάρι, μικρόν αγροκήπιον απέχον επτά περίπου στάδια από της πόλεως τών Αθηνών και συνιστάμενον έξ ενός κήπου περιφραγμένου διά μικρού τοίχου και ενός πύργου, και έχοντος μεσημβρινώς ομαλόν λόφον και πεδίον καταλήγον, εις τόν ελαιώνα τών Αθηνών, δυτικώς όξυν λοφίσκον, ανατολικώς λόφον υψηλόν και κατόπιν αυτού μικρά οροπέδια καταλήγοντα εις όοαλόν και είπεδον έδαφος ενουμένον μετά του πεδίου τών Αθηνών, πρός βορράν δε ολίγον ομαλόν έδαφος και μετά τούτο τό όρος Αιγιαλόν (Αιγάλεω), του οποίου αι πρός τό Χαϊδάρι κατωφέρειαι αυτού εισίν απότομαι και δύσβατοι».
Τo τειχισμένο κτήμα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εντοπίζεται στον χώρο γύρω από το Παλατάκι.
Αμέσως μόλις έφτασαν στο Χαϊδάρι, ο Καραϊσκάκης έδωσε διαταγή να ρίξει όλο το ασκέρι του ταυτόχρονα μια τουφεκιά, ώστε να καταλάβουν αυτοί που ήταν κλεισμένοι στην Ακρόπολη ότι είχε έρθει βοήθεια. Βέβαια έτσι θα ενημέρωνε και τους Τούρκους σχετικά με τη θέση τους, αλλά δεν τον πείραζε, καθώς δεν υπολόγιζε ότι έχει αρκετούς άνδρες ώστε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στα στρατεύματα του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης με τους Αθηναίους και άλλους ατάκτους μαχητές οχυρώθηκαν μέσα στο αγρόκτημα, αφού ενίσχυσαν τον περίβολο. Οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους έπιασαν τους γύρω λόφους και κατασκεύασαν ισχυρά χαρακώματα. Ο Φαβιέρος με τους στρατιώτες του στρατοπέδευσαν στο ομαλό πεδίο πίσω από το κτήμα, έχοντας το μέτωπό τους προς την Αθήνα. Νωρίς το επόμενο πρωί οι μαχητές άρχισαν να ετοιμάζονται για την επερχόμενη σύγκρουση με τον εχθρό, τον οποίο περίμεναν από στιγμή σε στιγμή, καθώς οι τουφεκιές που είχαν ρίξει το προηγούμενο βράδυ είχαν προδώσει τη θέση τους:
«Περί τόν όρθρον, τή 6 Αύγουστου, ημέρα τής Μεταμορφώσεως, ή στρατιωτική μουσική εσήμανε τo εωθινόν, άπας δε ο στρατός ηγέρθη και έκαστος στρατιώτης παρεσκεύαζε τό όπλον και τάς πυριτοβολάς αυτού πρός μάχην. Και πρώτον ήδη επί τής Ελληνικής Επαναστάσεως συνεκροτήθει τοιούτον στρατόπεδον, έχον τύπον στρατιωτικής ευρωπαϊκής τάξεως».
Αμέσως μετά την ανατολή του ηλίου φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον ελαιώνα τουρκική έφιππη περίπολος, η οποία εκδιώχθηκε με πυροβολισμούς. Μία ώρα αργότερα πολυάριθμη ομάδα Τούρκων ιππέων επιτέθηκε προς τα σώματα των οπλαρχηγών που ήταν οχυρωμένα στους λόφους. Οι Έλληνες αντιμετώπισαν σθεναρά τους επιτιθέμενους και με την ουσιαστική βοήθεια των τακτικών ταγμάτων του Φαβιέρου τούς ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν. Η συνεργασία τακτικών και ατάκτων υπήρξε υποδειγματική και άκρως αποτελεσματική. Κατά τον Βυζάντιο
«Αμφότεραι αί πρός τόν εχθρόν συμπλοκαί αυταί απέδειξαν την έν μάχη χρησιμότητα ή και χρήσιν του τακτικού στρατού ευρισκομένου μετά του ατάκτου. Ο Καραϊσκάκης, ώς στρατιωτικός πεπειραμένος, καίτοι μηδεμίαν παιδείαν ή στρατιωτικάς γνώσεις κατέχων, άλλ’ ώς φύσει οξύνους, αντελήφθει έν τω άμα, ότι έν μάχη συναπτομένη έκ τακτικού μετ’ ατάκτου στρατού, οι μεν πρώτοι πρέπει νά μένωσι έν εφεδρεία η επικουρία, οί δε δεύτεροι νά μάχονται, και ότι ούτως ή μεν νίκη ασφαλίζεται, έκαστος δ’ ευρίσκεται ε’ς τό φυσικόν στοιχείον αυτού».
Έτσι, συμφωνήθηκε μεταξύ του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου να έχουν τα τακτικά σώματα ρόλο κατεξοχήν υποστηρικτικό και να δρουν μόνο όταν εμφανίζεται κάποια ανάγκη.
Μία ώρα περίπου μετά την υποχώρηση των Τούρκων ιππέων κατέφθασε ισχυρότατο τουρκικό σώμα αποτελούμενο από πεζικό, ιππικό και πυροβολικό. Οι ιππείς και οι στρατιώτες χωρίστηκαν σε δύο πτέρυγες και κινήθηκαν προς τα ταμπούρια των οπλαρχηγών, ενώ το πυροβολικό έβαλλε ακατάπαυστα εναντίον όλων των ελληνικών θέσεων. Ο Φαβιέρος διέταξε το πυροβολικό του να απαντήσει στις τουρκικές βολές, ενώ έστειλε τους στρατιώτες του να βοηθήσουν τους ατάκτους σε όλα τα μέτωπα των συγκρούσεων. Η ενισχυμένη από τα τακτικά τάγματα ορμή των ατάκτων ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Ο Φαβιέρος, βλέποντας ενθουσιασμένος τον εχθρό να αποσύρεται, αποφάσισε να τον καταδιώξει έως την Αθήνα με σκοπό να τον εκδιώξει και από τις εκεί θέσεις του, πράγμα που θα οδηγούσε στην απελευθέρωση της πόλης. Έτσι, αφού ένωσε τα τάγματά του σε μία φάλαγγα, διέταξε την καταδίωξη των υποχωρούντων προς την Αθήνα. Ο Καραϊσκάκης, όμως, φοβούμενος ότι η αιφνιδιαστική επίθεση του τουρκικού ιππικού στον ανοιχτό κάμπο που απλωνόταν μεταξύ του Χαϊδαρίου και της Αθήνας θα απέβαινε εξαιρετικά καταστροφική, ζήτησε από τον Γάλλο συνταγματάρχη να σημάνει οπισθοχώρηση. Ο Φαβιέρος αρνήθηκε ισχυριζόμενος πως έτσι θα έχαναν μια καλή ευκαιρία να εκδιώξουν τους Τούρκους από την Αττική. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραϊσκάκης, που γνώριζε καλύτερα την αιφνιδιαστική τακτική των εχθρών αλλά και τις δυνατότητες των ατάκτων, επέμεινε στην απόφασή του. Έπειτα από αυτά, ο Φαβιέρος αναγκάστηκε να γυρίσει απογοητευμένος στο στρατόπεδο. Έτσι, η πρώτη σύγκρουση στο Χαϊδάρι σταμάτησε το απόγευμα και κράτησε πάνω από οκτώ ώρες. Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν ελάχιστες: αρκετοί πληγωμένοι, δέκα άτακτοι και είκοσι τακτικοί νεκροί. Οι Τούρκοι, από την άλλη, έχασαν πάνω από διακόσιους στρατιώτες, αρκετά άλογα, δύο σημαίες και πολλά πολεμοφόδια. Στη μάχη διακρίθηκαν ιδιαίτερα το τάγμα των φιλελλήνων του Φαβιέρου και ο Κριεζώτης με τους μαχητές του. Η πρώτη αυτή μάχη του Χαϊδαρίου ήταν νικηφόρα για τις ελληνικές δυνάμεις, πράγμα που δημιούργησε ιδιαίτερα ευχάριστο κλίμα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου:
«Ο Έλληνικός στρατός ήτο λίαν εύθυμος, οί άτακτοι στρατιώται ενηγκαλίζοντο μετά τών τακτικών ώς αδελφοί αμοιβαίως φιλοφρονούμενοι, ώς συμπολεμήσαντες και νικήσαντες τόν εχθρόν. Μέχρι δε τής εσπέρας ταύτης ή στρατιωτική μουσική διεσκέδαζε τό στρατόπεδον διά διαφόρων ύμνων, όπερ εξέπληττε τους ατάκτους στρατιώτας, ώς κατά πρώτον ιδόντας τοιούτον στρατόπεδον έν Ελλάδι».
To βράδυ οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν, προκειμένου να αποφασίσουν τη συνέχεια των επιχειρήσεων. O Καραϊσκάκης πρότεινε να εγκαταλείψουν το Χαϊδάρι, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν ασφαλές, και να κινηθούν προς τον Πειραιά και την Καστέλα. Εκεί, έχοντας τη θάλασσα πίσω τους, θα μπορούσαν εύκολα να εφοδιάζονται από τα πλοία. Ο Φαβιέρος, όμως, δεν συμφώνησε και δήλωσε ότι θα έμενε με τη δύναμή του στο Χαϊδάρι για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, αφού ο σκοπός της ελληνικής εκστρατείας ήταν η επίθεση και όχι η άμυνα. Οι δύο άνδρες φιλονίκησαν έντονα, γεγονός που οδήγησε στην απώλεια πολύτιμου χρόνου. Έτσι, αν και τελικά ο Φαβιέρος αποδέχθηκε την άποψη του Καραϊσκάκη, οι ελληνικές δυνάμεις δεν πρόλαβαν να αποσυρθούν από το Χαϊδάρι. Σε αυτό συνέβαλαν και τα νέα που έφτασαν από την Αθήνα ότι ο ηττημένος Κιουταχής ετοιμαζόταν να φύγει από την πόλη. Έτσι οι Έλληνες αποφάσισαν να μείνουν στο Χαϊδάρι για να χτυπήσουν πιο αποτελεσματικά τους Τούρκους κατά την αποχώρησή τους. Όμως, η άφιξη του Ομέρ πασά της Καρύστου με τρεις χιλιάδες άνδρες στις 7 Αυγούστου άλλαξε τα σχέδια του Κιουταχή, ο οποίος αναδιοργάνωσε τα στρατεύματά του και κινήθηκε προς το Χαϊδάρι με στόχο τη διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου.
Η μάχη της 8ης Αυγούστου 1826
Οι Έλληνες, ενημερωμένοι για τις κινήσεις του Κιουταχή και του Ομέρ, ενίσχυσαν τα ταμπούρια που είχαν κατασκευάσει κατά την προηγούμενη μάχη. Ο εχθρός φάνηκε το ξημέρωμα της 8ης Αυγούστου. Από το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι είδαν να πλησιάζουν περί τους οκτώ χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες με επικεφαλής τον Κιουταχή και δύο χιλιάδες ιππείς με τον Ομέρ πασά. Ο Καραϊσκάκης βλέποντας τον όγκο του αντιπάλου αντιλήφθηκε τον μεγάλο κίνδυνο και άρχισε να τρέχει από ταμπούρι σε ταμπούρι εμψυχώνοντας τους μαχητές του που υπολείπονταν σημαντικά σε αριθμό σε σχέση με τους Τούρκους. Ο Χριστόφορος Περραιβός θυμάται:
«Ο Αρχηγός εξελθών του περιβόλου περιήρχετο όλα τά οχυρώματα ενθαρρύνων τους Έλληνας, προσκαλών έκαστον εις φιλοτιμίαν, αναμιμνήσκων τάς προλαβούσας ανδραγαθίας του η πατραγαθίας».
Οι τουρκικές δυνάμεις κινήθηκαν δυναμικά προς τις ελληνικές θέσεις. Κι ενώ οι άτακτοι έμεναν πίσω από τα ταμπούρια τους φοβούμενοι να δώσουν μάχη στην ανοιχτή πεδιάδα με έναν υπεράριθμο αντίπαλο, ο Φαβιέρος, ξεκίνησε τη μάχη χωρίς να συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη στέλνοντας το πρώτο τάγμα, γύρω στους πεντακόσιους άνδρες με επικεφαλής τον Γάλλο ταγματάρχη Robert, εναντίον του τουρκικού ιππικού. To δεύτερο τάγμα θα ακολουθούσε σε απόσταση τριακοσίων βημάτων προς επικουρία του πρώτου.
Μεταξύ του τακτικού στρατού και του τουρκικού ιππικού υπήρχε ψηλός λόφος, που εμπόδιζε τους αντιπάλους να βλέπουν ο ένας τον άλλο:
«Πορευομένων τών δύο τούτων σωμάτων, δέν έβλεπε τό εν τό άλλο διά τό υψος του λόφου˙ όταν δε παρεγένοντο αμφότερα συγχρόνως εις την κορυφήν, εστάθησαν εκστατικά και ακίνητα διά τό απροσδόκητον τής απαντήσεως˙ ο αξιωματικός Έλλην προλαβών διέταξε νά πυροβολήσωσιν, οι Τουρκοι, μολονότι με τόν πρώτον πυροβολισμόν εφονεύθησαν εννέα, αντεπυροβόλησαν και αυτοί ταυτοχρόνως πληγώσαντες τρεις έκ του τακτικού, συμπεριλαμβανομένου και του αξιωματικού, όστις καίτοι πληγωθείς τόν μηρόν εφώναζε πυρ πυρ».
Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης πληγώθηκε ο Robert και εγκατέλειψε τους άνδρες του. Αυτοί αποδιοργανώθηκαν και έχασαν το θάρρος τους- έτσι έγιναν εύκολη λεία για τους Τούρκους στρατιώτες, που όμως αναχαιτίστηκαν εγκαίρως από τον Καραϊσκάκη, τον Κριεζώτη και διακόσιους ανδρείους αγωνιστές, αλλά και το δεύτερο τάγμα του Φαβιέρου. Έτσι οι τακτικοί υποχώρησαν με τάξη και σχετικά λίγες απώλειες, ενώ ο λόφος καταλήφθηκε και οχυρώθηκε από τους Τούρκους, που δεν τόλμησαν να προχωρήσουν περαιτέρω στην παράταξη των δύο ενωμένων πλέον ταγμάτων.
Βλέποντας την ορμή των ανδρών του, ο Κιουταχής διέταξε γενική επίθεση εναντίον των ατάκτων, που κρατούσαν δύο βασικές θέσεις: μία προς την Αθήνα, την πλέον εκτεθειμένη, την οποία υπερασπίζονταν ο Περραιβός και ο Σέρβος, και μία πίσω από αυτή, προς το Αιγάλεω. Σε αυτή τη δεύτερη θέση, όπου πολεμούσαν ο Κριεζιώτης και ο Μαυροβουνιώτης με τους άνδρες τους, δεν είχαν κατασκευάσει ταμπούρια γιατί ήταν φυσικά οχυρωμένη. Η μάχη άναψε, σκληρή και λυσσαλέα.
O Χριστόφορος Περραιβός διέταξε τους άνδρες του να χτυπούν προσεκτικά σημαδεύοντας τους μπαϊρακτάρηδες και τους επικεφαλής. Μία
ιδιαίτερα εύστοχη τουφεκιά βρήκε κατακούτελα τον αρχηγό του ιππικού, που τύχαινε να είναι συγγενής του Κιουταχή και άνδρας εξαιρετικά σκληρός στη μάχη, και δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στις γραμμές των Τούρκων, ιππέων αλλά και πεζών, που άρχισαν να οπισθοχωρούν. Σε αυτή τη μικρή ανάπαυλα ο Περραιβός βρήκε την ευκαιρία να γράψει σημείωμα στον Καραϊσκάκη:
«Γενναιότατε λρχηγέ!
Ίδες φανερά ταύτην την στιγμήν την τρομεράν ορμήν και απροσδόκητον οπισθοδρόμησιν του εχθρού˙ διά να κερδίσωμεν πληρεστάτην την νίκην, στοχάζομαι ότι συμφέρει να κινηθή παρευθύς τό ήμισυ του τακτικού μαζί με τό τρίτον μέρος του ατάκτου έκ δεξιών, και τό άλλο παρομοίως έξ ευωνύμων˙ ή δε Γενναιότης σου ενωθείς μεθ’ ήμών να σχηματίσουμε τό κέντρο, και ούτως έκ συμφώνου νά ορμήσωμεν κατά του εχθρού πριν οχυρωθή, διότι ήρχισε να σκάπτη και οχυρούται.
8 Αύγουστου 1826, Χαϊδάρι Περραιβός».
Ο Καραϊσκάκης συμφώνησε με τις προτάσεις του συναγωνιστή του και του έστειλε το παρακάτω σημείωμα:
«Στρατηγέ Περραιβέ!
Μήρεσεν η γνώμη σου και είμαι σύμφωνος, αδελφέ, δι’ όσα γράφεις, επροσκάλεσα μάλιστα ευθύς τον Συνταγματάρχην Φαβιέρον, ανέγνωσα το γράμμα σου- αλλ’ αυτός μ’ απεκρίθη αποτόμως ούτω: “Σεις κάμετε τα ιδικά σας σχέδια και εγώ θα κάμω τα εδικά μου”. Τούτους τους λόγους ειπών επέστρεψεν εις την χιλιαρχίαν του χωρίς να είπη ή ακούση άλλο τι περισσότερον. Αδελφέ! η σημερινή ανδρεία και ανθίστασις του οχυρώματός σας έσωσεν όλον το στρατόπεδον-έδωκεν και ευτυχή αρχήν της αρχηγίας μου-επιθυμώ να μιμηθώσιν κι όλα τ’ άλλα οχυρώματα το παράδειγμά σας, και τότε η νίκη θέλει σαλπίσει υπέρ Ελλήνων. Βάστα, αδελφέ, και ελπίζω προ τας δέκας ώρας να καταπείσω και τους επιλοίπους οπλαρχηγούς, διά να πραγματοποιήσωμεν το ρηθέν σχέδιον. Υγίαινε.
8 Αυγούστου 1826, Χαϊδάρι. Ο αδελφός και Αρχηγός Γ. Καραϊσκάκης».
Εν τω μεταξύ, όπως ακριβώς έγραψε ο Περραιβός στον Καραϊσκάκη, οι Τούρκοι κατασκεύασαν με θαυμαστή ταχύτητα ταμπούρια, εγκατέστησαν τα κανόνια τους και άρχισαν να βομβαρδίζουν τους Έλληνες. Με διαταγή του Κιουταχή το ιππικό χωρίστηκε σε δύο τμήματα και τοποθετήθηκε στους πρόποδες του Κορυδαλλού, εκατέρωθεν του κύριου σώματος της ελληνικής παράταξης. Στόχος του ήταν να χτυπήσει τις κεντρικές θέσεις των Ελλήνων, και όταν το μέτωπο θα έσπαγε, οι ιππείς να επιτεθούν στους πολεμιστές που θα οπισθοχωρούσαν από τα πλάγια. Ευτυχώς, το τάγμα των ανδρείων φιλελλήνων του Φαβιέρου μαζί με τους άνδρες του Κριεζώτη και του Μαυροβουνιώτη ανάγκασαν τους Τούρκους ιππείς σε υποχώρηση και το σχέδιο του Κιουταχή σε αποτυχία. Γενικά, οι άνδρες σε όλα τα ταμπούρια αγωνίστηκαν σκληρά, δεν υποχώρησαν και απέκρουσαν με επιτυχία τις τουρκικές επιθέσεις. Σε όλα τα μέτωπα της μάχης οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους σαν βράχοι, συχνά ενισχυμένοι σημαντικά από τους τακτικούς του Φαβιέρου. Η μάχη κράτησε μέχρι το απόγευμα. Μετά το τέλος της σύγκρουσης, ο Καραϊσκάκης, υπολογίζοντας ότι οι Τούρκοι θα έφερναν ενισχύσεις την επομένη, αποφάσισε να αποτραβήξει τους άνδρες του στην κορυφή του Κορυδαλλού και από εκεί πίσω στην Ελευσίνα. Η επιχείρηση έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι και τους επιτεθούν. Έτσι, αφού βράδιασε, ο Περραιβός φώναξε στους άνδρες του:
«Μόλις μ’ ακούσετε να φωνάζω δυνατά “απάνω τους, Έλληνες, απάνω τους!”, ν’ αρχίσετε με μιας να χτυπάτε τα ποδάρια σας και να μπήξετε πολεμικές κραυγές, ωσάν να ετοιμαζόσαστε να κάνετε γιουρούσι. Αντίόμως να πηγαίνετε κατά μπρος, να τραβάτε κατά πίσω, προς το περιβόλι όπου βρίσκεται ο αρχηγός».
Και ενώ οι άτακτοι αποτραβιούνταν αθόρυβα προς το βουνό, οι τακτικοί που είχαν εγκατασταθεί μέσα στον περίβολο του αγροκτήματος, προκειμένου να ξεκουραστούν, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τον εχθρό. Φαίνεται πως δεν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως σχετικά με την αθόρυβη αποχώρηση των συναγωνιστών τους, ενώ οι Τούρκοι κατάσκοποι είχαν ενημερώσει τους ανωτέρους τους ότι όλες οι ελληνικές θέσεις πλην του αγροκτήματος είχαν εγκαταλειφθεί. Όταν, λοιπόν, ο τακτικός στρατός εξήλθε, αντιμετώπισε την επίθεση των Τούρκων ιππέων. Ευτυχώς, η νύχτα ήταν σκοτεινή, καθώς δεν υπήρχε φεγγάρι, κι έτσι μόνο μικρή ζημιά μπόρεσαν να προκαλέσουν οι Τούρκοι. To λυπηρότερο, βέβαια, ήταν ότι οι αποχωρούντες τακτικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στη θηριωδία των εχθρών περί τους είκοσι πληγωμένους στον περίβολο του πύργου. Έτσι, επέστρεψαν και τα τακτικά τάγματα στο στρατόπεδο της Ελευσίνας.
Το αποτέλεσμα της Μάχης
Η δεύτερη σύγκρουση στο Χαϊδάρι ήταν πολύ πιο τρομερή από την πρώτη. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου συνειδητοποίησαν απόλυτα την έκταση της δύναμης, την ορμή αλλά και το πείσμα του στρατού του Κιουταχή. Υπολογίζεται ότι οι Τούρκοι έχασαν πάνω από τετρακόσιους άνδρες κατά τη δεύτερη μάχη στο Χαϊδάρι. Οι ελληνικές απώλειες ήταν σχετικά μικρότερες: οι νεκροί έφτασαν τους εβδομήντα, οι περισσότεροι τακτικοί. Εκτός από τους αγωνιστές που σκοτώθηκαν εν ώρα μάχης, θανατώθηκαν και οι τραυματίες που περισυλλέχτηκαν στο πεδίο της μάχης από τους Τούρκους.
Οι συγκρούσεις στο Χαϊδάρι δεν είχαν ούτε νικητές ούτε ηττημένους και, ουσιαστικά, αποτέλεσαν αιτίες σημαντικής φθοράς των δυνάμεων και των δύο παρατάξεων. Οι Έλληνες, βέβαια, κατάφεραν να επιτύχουν τον κύριο στόχο τους, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολιορκημένων της Ακρόπολης. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Κιουταχής δεν κατάφερε να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο, παρά τη συντριπτική υπεροχή του. Οι αιματηρές μάχες στο Χαϊδάρι έκαναν σαφές στον βαλή της Ρούμελης ότι η εξουδετέρωση του Καραϊσκάκη και των ανδρών του θα ήταν πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από όσο είχε αρχικά πιστέψει. Αλλά και οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατέληξαν σε ένα σημαντικότατο συμπέρασμα μετά το Χαϊδάρi: η αντιμετώπιση των Τούρκων σε πεδινό ανοιχτό χώρο ήταν άκρως επικίνδυνη και έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία.
Το Χαϊδάρι της εποχής
Η ακριβής τοποθεσία του Χαϊδαρίου όπου έγιναν οι μάχες εντοπίζεται στην περιοχή του Ελαιώνα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει ο πύργος Παλατάκι. Εκεί υπήρχε μεγάλο περιφραγμένο αγρόκτημα, γνωστό ως Αχερδάρι (Χαϊδάρι). Σύμφωνα με την παράδοση, το κτήμα αυτό πήρε το όνομά του από τον επί Τουρκοκρατίας ιδιοκτήτη του Χαϊδάρ πασά. Όπως θα δούμε στις παρακάτω ενότητες, οι Έλληνες ταμπουρώθηκαν πίσω από τον περίβολο του αγροκτήματος και στους γύρω λόφους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα στρατεύματα του Κιουταχή. Η τοποθεσία αυτή ήταν ιδανική για τους πολεμιστές του Καραϊσκάκη αφενός μεν γιατί βρισκόταν αρκετά κοντά στο στρατόπεδό τους στην Ελευσίνα (Ιούλιος – Οκτώβριος 1826) και αφετέρου διότι ήταν προστατευμένη από λόφους, πράγμα που ευνοούσε τον ανταρτοπόλεμο που διεξήγαγαν οι Έλληνες εναντίον των πολυάριθμων τουρκικών στρατευμάτων. Σήμερα, μια μαρμάρινη τιμητική στήλη καθώς και μια προτομή του Καραϊσκάκη, τοποθετημένες στην πλατεία γύρω από το Παλατάκι, θυμίζουν τα γεγονότα του Αυγούστου του 1826. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η περιοχή που καταλαμβάνει ο σύγχρονος Δήμος Χαϊδαρίου ήταν δασώδης και αρκετά ερημική. Οι ελάχιστοι κάτοικοι ήταν κατά πάσα πιθανότητα συγκεντρωμένοι γύρω από το κτήμα του Χαϊδάρ πασά και ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Σε έγγραφο με στατιστικά στοιχεία και χρονολογία 1840 σημειώνεται ότι το Χαϊδάρι ήταν μικρότατος οικισμός με δέκα κατοίκους. Από εδώ πέρασε ο νεαρός Gustave Flaubert πηγαίνοντας προς την Ελευσίνα.
Η μονή Δαφνίου ήταν σχεδόν ερημωμένη στις αρχές του 19ου αιώνα. To καλοκαίρι του 1821, κατά την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη στην Αττική, το μοναστήρι λεηλατήθηκε άγρια και υπέστη σοβαρές φθορές. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά ως ορμητήριο των αγωνιστών κατά την Επανάσταση του 1821.
————————————————————————————————————————————————-
Οι Ήρωες δεν πρέπει να ξεχνιούνται
Του Ηλία Αντωνίου
(Το άρθρο είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά στην τοπική εφημερίδα «Η Πόλη μας» της Αγίας Βαρβάρας, τον Οκτώβριο του 2001)
«Αφιέρωμα στον ήρωα της ΕΛΔΥΚ Λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο
Το θέμα αυτό θα μας ξαναθυμίσει την εισβολή των Τούρκων και του Αττίλα στην Κύπρο το 1974. Ένα θέμα που μερικοί ίσως να το έχουν γνωρίσει απλά ως ιστορικό γεγονός, αλλά για μερικούς η καρδιά τους ακόμα χτυπάει στην Κύπρο και στο πολεμικό μέτωπο του ’74.
Εκεί άνθρωποί τους άφησαν την τελευταία τους πνοή, δοξάζοντας την Ελλάδα και έγιναν ήρωες στην προσπάθειά τους να σταματήσουν τον Αττίλα.
Ένας τέτοιος ήρωας ήταν ο Λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος.
Βρήκαμε την χήρα του Λοχαγού Σωτήρη Σταυριανάκου, την κ. Μαρία, η οποία μένει στην Αγία Βαρβάρα και την επισκεφτήκαμε στο σπίτι της για να μας μιλήσει για το θλιβερό γεγονός που συγκλόνισε το σπίτι της.
Η ίδια όμως μας είπε: «εγώ θα σας πω λίγα πράγματα, γιατί δεν ήμουν μπροστά στην μάχη και δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια.»
Στα πλαίσια αυτά μας έδωσε δημοσιεύματα από παλιά έντυπα, με μαρτυρίες από άτομα που σώθηκαν.
Συγκεκριμένα δεν ήθελε να παινέψει τον άντρα της με δικά της λόγια αλλά ήθελε να μας δείξει ότι δίκαια ονομάζεται ήρωας και με αποδείξεις.
Για την κ. Μαρία Σταυριανάκου η Κύπρος έγινε το δεύτερο σπίτι της, αφού τα τελευταία 27 χρόνια παρευρέθηκε σε πολλές εκδηλώσεις τιμής προς τον σύζυγό της.
Η κ. Μαρία – η οποία είναι γνωστή πλέον στην Κύπρο – μας έδωσε φωτογραφίες από τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του άνδρα της, στο καινούργιο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, που έχει και το όνομα του Λοχαγού.
Η κα Σταυριανάκου έκανε επίσης μεγάλο αγώνα για να μπορέσει να γίνει η εκταφή του άνδρα της και να φέρει τα κόκαλά του στην Ελλάδα.
Τον περασμένο Ιούλιο έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής στο Στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, ενώ ήδη γίνονταν οι απαραίτητες ενέργειες για τη δημιουργία προτομής του και στον τόπο καταγωγής του – Σκουτάρι Γυθείου Λακωνίας – με πρωτοβουλία του εκπολιτιστικού Συλλόγου και προκειμένου να τιμηθεί και από τους ίδιους τους συγχωριανούς του.
Ακόμα μας έδειξε πρόσκληση από τον Δήμαρχο Περιστερίου κ. Δημητρακόπουλο για να παραστεί σε εκδήλωση με αποκαλυπτήρια μνημείου για τους πεσόντες της Κύπρου, όπου παρόντες θα είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος και ο Πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης.
Αλλά ας αρχίσουμε με τα γεγονότα:
Ο Σωτήρης Σταυριανάκος τελείωσε την σχολή Ευελπίδων το 1965, το 1972 του ήρθε μετάθεση για Κύπρο για το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
Παντρεύτηκε την κ. Μαρία (κατάγονταν από το ίδιο χωριό – περιοχή της Μάνης – και γνωρίζονταν από μικρά παιδιά) και απέκτησαν δυο κοριτσάκια.
Η κ. Μαρία μας μίλησε για τα χρόνια που έμεναν στην Κύπρο:
«Δεν ένιωθα και τόσο άνετα γιατί ζούσα μακριά και από την πατρική μου οικογένεια.
Ο άντρας μου τις περισσότερες ώρες πήγαινε στο στρατόπεδο, ακόμα και τις ώρες που δεν είχε υπηρεσία, γιατί έλεγε χαρακτηριστικά ότι έπρεπε να δει τα μεγάλα παιδιά του (τους στρατιώτες του).
Είχε μια πολύ καλή σχέση με τους στρατιώτες του και όλοι τον σέβονταν, ήταν καλόκαρδος και παλικάρι.
Τότε στην Κύπρο δεν ήταν και πολύ ήσυχα τα πράγματα γιατί υπήρχαν συμπλοκές ανάμεσα σε οπαδούς του Μακάριου και της αντιπολίτευσης.
Με τα παιδιά μου αναχωρήσαμε από την Κύπρο την 8η Ιουλίου του 1974, κατόπιν κοινοποίησης μετάθεσής του στην Κοζάνη.
Ο πρώτος Αττίλας χτύπησε από τις 20 έως 22 Ιουλίου, ενώ ο δεύτερος Αττίλας (14-16 Αυγούστου) ήταν πιο αποτελεσματικός και αποφασιστικός και σημειώθηκαν οι περισσότερες απώλειες.»
Στο σημείο αυτό θα αναφερθούμε σ’ ένα αφιέρωμα που έγινε στον Λοχαγό, το 1994 από τον δημοσιογράφο Κυριάκο Θεοδωρακάκο στο διμηνιαίο περιοδικό ΜΑΝΗ.
«… Οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.
98 Έλληνες στρατιωτικοί σκοτώθηκαν στην Κύπρο, δεκάδες τραυματίστηκαν και 71 αγνοούνται.
Οι Τούρκοι πλήρωσαν βαρύτατα το τίμημα.
Υπέστησαν τεράστιες καταστροφές υλικού και έχασαν χιλιάδες στρατιώτες.
Η διμοιρία μηχανικού, με διοικητή τον Παναγιώτη Δελή και υποδιοικητή τον Λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο, ευρισκόμενη μπροστά από το στρατόπεδο σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της σύγκρουσης.
Τη διμοιρία αποτελούσαν 46 στρατιώτες μαζί με τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς.
Ανήκαν στο λόχο του μηχανικού της ΕΛΔΥΚ, ενώ στη διμοιρία είχαν αποσπαστεί και στρατιώτες του λόχου διοικήσεως του στρατοπέδου.
Επέζησαν ελάχιστοι.
Ο Λοχαγός Σωτήρης Σταυριανάκος το πρωί της 16ης Αυγούστου, βρισκόταν στο ύψωμα β’ μπροστά από το στρατόπεδο.
Παρ’ ότι η έκβαση της μάχης ήταν βέβαιη, αρνήθηκε να εγκαταλείψει λέγοντας στους άντρες του:
«Ακόμη κι αν περάσουν από πάνω μας τα τανκς, εμείς θα μείνουμε για να χτυπήσουμε το πεζικό που τα ακολουθεί.
Δεν θα υποχωρήσουμε, είμαστε Έλληνες και πολεμάμε για την Ελλάδα.»
Σκοτώθηκε το πρωινό της ίδιας μέρας, επιχειρώντας να εξουδετερώσει με το πιστόλι του, τον επικεφαλή του προπορευόμενου τουρκικού άρματος, σε μια τελευταία προσπάθεια να ανακόψει την επίθεση, όπως ακριβώς είχε κάνει και την προηγούμενη μέρα…»
Από το ίδιο περιοδικό, να η μαρτυρία ενός επιζήσαντα, του Διονύση Πλέσσα:
«Ταξιδέψαμε όλη τη νύχτα, κατά τη διαδρομή του όρους Τρόοδος.
Στο στρατόπεδο φτάσαμε το πρωί.
Λίγο πριν φτάσουμε δεχθήκαμε επίθεση της αεροπορίας, αλλά δεν είχαμε απώλειες, εκτός από δυο τραυματισμούς.
Μόλις μας είδε ο υποδιοικητής του στρατοπέδου, μας ρωτούσε γιατί γυρίσαμε.
«Εγώ θέλω όπλα» έλεγε.
«Άοπλους στρατιώτες, τι να σας κάνω;»
Πήραμε από τις αποθήκες κάτι βελγικά όπλα τα fn που χρησιμοποιεί σήμερα ο Ελληνικός στρατός.
Εγώ επειδή ήμουν στο λόχο διοικήσεως βρέθηκα σε ένα τμήμα έξω από το στρατόπεδο, προς το Γερόλακο με διοικητή τον Ταγματάρχη Δελή και υποδιοικητή τον Λοχαγό Σταυριανάκο.
Μας έκανε εντύπωση ότι ερχόντουσαν οι Τούρκοι αφύλαχτοι γι’ αυτό και είχαν φοβερές απώλειες.
Είχαν φτάσει πολύ κοντά μας και εμείς είχαμε τη διαταγή από τον Σταυριανάκο, να τους αφήσουμε να πλησιάσουν και μετά να χτυπήσουμε, γιατί είχαμε κυρίως ατομικό οπλισμό.
Μετά από ένα χτύπημα του πυροβολικού, που ήρθε να μας βοηθήσει, η βολή πέτυχε την μπούκα του άρματος.
Τα άρματα που ήταν τρία γυρίζουν πίσω και οπισθοχωρούν.
Οι τούρκοι δεν ήταν προετοιμασμένοι για οπισθοχώρηση.
Και τα χάσανε.
Επικράτησε πανικός.
Τότε ακούμε τον Σταυριανάκο μέσα από το όρυγμα να μας φωνάζει: «Ρε!! Είσαστε άντρες;»
«Ναι!!» απαντάμε όλοι μαζί.
Και διατάζει έφοδο.
Τα βράδια δεν κοιμόμασταν.
Το πρωί προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε με βάρδιες, αν δεν γίνονταν μάχες.
Συζητούσαμε με τον Λοχαγό, τον Σταυριανάκο, τον ρωτούσα θυμάμαι «κ. Λοχαγέ τι θα κάνουμε» γιατί ένιωθα ανησυχία, φαινόταν πως δεν θα αντέξουμε. Μιλούσαμε συχνά.
Εγώ ήμουν ο παλιός λοχίας της διμοιρίας και οπωσδήποτε στον πόλεμο δένεσαι.
Ο Σταυριανάκος είχε κάποιες ελπίδες, ότι μπορεί να τους κρατούσαν λίγο οι ΟΗΕέδες, λίγο οι Κύπριοι, αλλά διαψεύστηκαν οι ελπίδες αυτές.
Κάποια στιγμή πάντως θυμάμαι ότι μου είπε: «Εμείς θα μείνουμε εδώ.
Είμαστε Έλληνες, ακόμη κι αν τα τανκς περάσουν από πάνω μας και εμείς θα χτυπήσουμε το πεζικό που έρχεται από πίσω.»
Ήταν η τελευταία συζήτηση που είχα με τον Σταυριανάκο.
16 του μηνός η επίθεση ήταν οργανωμένη και οι Τούρκοι αυτή τη φορά είχαν γύρω στα 200 άρματα σε μια έκταση δέκα χιλιομέτρων.
Το πρωί γύρω στις 11:00 φτάσανε κοντά μας και τότε ακούω, το φίλο μου το Μάριο το Βολανάκη να μου φωνάζει: «Σάκη, ο Λοχαγός σκοτώθηκε.»…»
Από το ίδιο περιοδικό με μαρτυρία ενός άλλου επιζήσαντα του Αντώνη Δούλα:
«…Εγώ σε αντίθεση με τον Πλέσσα, ήμουνα από τους καινούργιους που ήρθαν.
Στο στρατόπεδο μπήκαμε πριν σουρουπώσει και κατά τις 8:00 με 8:30, στις 19 Ιουλίου, παραμονή της εισβολής, και μας συγκέντρωσαν να μας μιλήσουν.
Τότε γνώρισα τον Λοχαγό Σταυριανάκο.
Ο Σταυριανάκος μας ζήτησε να πάμε προς το ύψωμα του στρατοπέδου, που ήταν προς το αεροδρόμιο, προς το Γερόλακο.
Εκεί μας έκανε μια ενημέρωση, σε όλη την ομάδα και μας είπε τι να προσέχουμε αν γίνει κάτι τη νύχτα.
Είπε, θυμάμαι χαρακτηριστικά: «…αν γίνει εισβολή από τους Τούρκους».
Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα τη λέξη εισβολή.
Εγώ μάλιστα φορούσα μία φόρμα που είχε σημάδια από διακριτικά λοχία και ο Σταυριανάκος με φώναζε «δεκανέα».
Μου υπέδειξε ένα όρυγμα και μου είπε: «εδώ θα έρθεις, αν αύριο μεθαύριο γίνει κάτι.»
Μας είπε να πάμε στο λόχο και να κοιμηθούμε με τα άρβυλα και αν τυχόν σβήσουν τα φώτα τη νύχτα, θα έχουμε συναγερμό και να πάμε στις θέσεις που μας όρισε.
«Και ας ελπίσουμε» μας είπε, «ότι το πρωί δεν θα γίνει τίποτα.»
Αυτή η φράση ήταν χαρακτηριστική.
Τώρα γύρω από το θάνατο του Λοχαγού Σταυριανάκου λέγονται πολλά πράγματα.
Βέβαια το γεγονός είναι ότι σκοτώθηκε, όταν σηκώθηκε και κινήθηκε εναντίον του πρώτου άρματος.
Λέγεται όμως ότι είχε ξεκινήσει ήδη τη στιγμή εκείνη η οπισθοχώρηση.
Εγώ άκουσα ότι ο Σταυριανάκος σηκώθηκε εναντίον του άρματος, για να μπορέσει να φύγει πρώτος ο διοικητής…»
Από το ίδιο περιοδικό με μαρτυρία ενός άλλου επιζήσαντα του Μιχάλη Χαζάπη, που σήμερα (σ.σ.10/ 2001) είναι ο Πρόεδρος του Συνδέσμου των Πολεμιστών του 1974.
Ο Μιχάλης Χαζάπης συμμετείχε στη μάχη του στρατοπέδου και μάλιστα αποχώρησε από τους τελευταίους, όταν πλέον το στρατόπεδο είχε καταληφθεί από τους Τούρκους.
«… Ο πρώτος άνθρωπος που ήρθα σε επαφή στην Κύπρο μόλις κατεβήκαμε από την Αμμόχωστο, ήταν ο Λοχαγός Σταυριανάκος που συντόνιζε τη εκφόρτωση των πυρομαχικών από το αρματαγωγό που μας είχε μεταφέρει.
Φτάσαμε στο στρατόπεδο ταλαιπωρημένοι, και μόλις φτάσαμε ήρθε ο Σταυριανάκος (και όταν μιλάμε για Σταυριανάκο πρέπει να τονίζουμε ότι υπήρξε ήρωας) και μας μάζεψε μία διμοιρία σε μία καναδέζα (είδος στρατιωτικού οχήματος) να μας βγάλει έξω.
Τελικά δεν βγήκαμε και κατά τις 7:00 το βράδυ πήγαμε να κοιμηθούμε.
Πέσαμε με τα ρούχα και τα άρβυλα, βγάλαμε μόνο τα διπλά κράνη.
Στις 10:30 το βράδυ μας έβγαλαν έξω.
Στην αρχή νομίσαμε ότι πρόκειται για καψόνι.
Ήταν ο Λοχαγός Σταυριανάκος που μας πήρε και μας πήγε στα συρματοπλέγματα.
Μας έδειξε το Γερόλακο, το Κιόνελι, το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ.
Αυτό μας βοήθησε όμως στη συνέχεια γιατί τουλάχιστον γνωρίζαμε από πού θα έρχονταν οι Τούρκοι.
Τα ξημερώματα έγινε συναγερμός.
Ήρθε ο Σταυριανάκος εκεί που ήμασταν μαζεμένοι και μας είπε πως αν δούμε αεροπλάνα να πέσουμε κάτω και να μη σκεφτούμε ότι θα λερωθούμε.
Αυτό το είπε γιατί μπροστά μας ήτανε ένα χαντάκι που περνάγανε τα νερά από τα μπάνια.
Σε λίγο μας χτύπησε το πρώτο αεροπλάνο.
Έριξε την πρώτη ρουκέτα στο διοικητήριο όπου σκοτώθηκαν ή ένα ή δύο άτομα.
Ο Λοχαγός ήταν ακριβώς στη μέση του δρόμου.
Εκεί είχε ένα φρεάτιο και την ώρα που έκανε βύθιση η αεροπορία, έμπαινε μέσα στο φρεάτιο και τράβαγε το καπάκι από πάνω.
Μόλις τελείωσε ο βομβαρδισμός γύρισε και με κοίταξε… και μου φώναξε:
«Τι κάθεσαι εκεί…τράβα πιο πάνω»…
Τραβήχτηκα προς τα πάνω γύρω στα 15 μέτρα και μόλις έφτασα έπεσα πάλι γιατί ξανάρχισαν οι βομβαρδισμοί.
Το μέρος που ήμουνα προηγουμένως έγινε κόσκινο και αν καθόμουν εκεί θα είχα σκοτωθεί.
Πήγαμε λοιπόν στο β’ ύψωμα με τον διοικητή Ταγματάρχη Σπύρο Δελή και το Λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο.
Μαζί μας ήταν και ο Γιαννακόπουλος που ήταν αρχιλοχίας και σήμερα αγνοείται και ο Ανθυπασπιστής Κούρλιος του μηχανικού που σκοτώθηκε.
Μας διέταξαν να σκάψουμε ορύγματα. Δεν είχαμε εργαλεία και σκάβαμε με τα κράνη. Ευτυχώς που το έδαφος ήταν αργυλώδες και μας βοήθησε. Σκάβαμε τα ορύγματα τα οποία ήταν γύρω στους 50 πόντους.
Ήρθε τότε ο Σταυριανάκος για έλεγχο και ο Δελής και μας λέει, θυμάμαι ο Σταυριανάκος…: «Τι είναι αυτά…κλέφτες και αστυνόμοι νομίζεται ότι παίζεται; Σκάψτε τουλάχιστον 80 πόντους».
Σκάψαμε 80 πόντους λοιπόν και σκεπάσαμε τα ορύγματα με μία λαμαρίνα, γιατί η αεροπορία μας βομβάρδιζε από τον ώρα που ξημέρωνε μέχρι την ώρα που βράδιαζε.
Εμείς δεν είχαμε καθόλου αεροπορία και πυροβολικό είχαμε δύο πυροβόλα τριαντάρια και ένα πενηντάρι.
Αντιαεροπορική κάλυψη είχαμε ένα τετράκανο μέσα στο στρατόπεδο, που και αυτό είχε χαλάσει.
Μπήκαμε ανά δύο μέσα στα ορύγματα και περιμέναμε.
Ο Λοχαγός μας ο Σταυριανάκος περνούσε συνεχώς για να μας δει και να μας εμψυχώσει.
Μας έλεγε: «Μη φοβάστε τίποτα, είστε Έλληνες και πολεμάτε για την Ελλάδα».
Όταν μας έλεγε αυτά τα λόγια το ηθικό μας ανέβαινε κι από κει που είμαστε σε κατάσταση μέση, γιατί δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν πεσμένοι, φτάναμε στο σημείο, να βγαίνουμε από τα ορύγματα, αψηφώντας και τον ίδιο το θάνατο.
Ο Σταυριανάκος περνούσε από τα ορύγματα δύο φορές τη μέρα. Αυτό βέβαια ήταν για τον ίδιο, πάρα πολύ επικίνδυνο.
Γιατί η μάχη συνεχιζόταν όπως και οι βομβαρδισμοί. Ερχόταν λοιπόν νωρίς χαράματα και κατά το απογευματάκι.
Εμείς είχαμε εντολή να ρίχνουμε σε όποιον πλησίαζε ακόμη και αν μίλαγε ελληνικά.
Και αυτό γιατί πριν λίγες μέρες Τουρκοκύπριοι που γνώριζαν ελληνικά πλησίασαν στο λόχο μας και μιλώντας ελληνικά τους αιφνιδίασαν και τους σκότωσαν. Ο Σταυριανάκος, για να τον γνωρίζουμε, κάθε φορά που πλησίαζε τραγουδούσε.
«Θα τον ζαλίσουμε τον ήλιο σίγουρα ναι, θα τον τρελάνουμε τον φίλο σίγουρα ναι.»
Και έπειτα φώναζε: «Σταυριανάκος εδώ, έχετε το νου σας! Λοχαγός Σταυριανάκος!»
Καθόταν δύο τρία λεπτά σε κάθε όρυγμα και μας ρωτούσε τι κάνουμε, πως είμαστε…
Το λέω τώρα και ανατριχιάζω, «μην στεναχωριέστε», έλεγε, «είμαστε Έλληνες δεν έχουμε πρόβλημα κανένα, μη φοβάστε…».
Στις 12 Αυγούστου απέναντι στο Κιόνελι μετρήσαμε γύρω στα 300 άρματα.
Εμείς θορυβηθήκαμε και αναρωτηθήκαμε που είναι τα δικά μας, γιατί είχαμε μεγάλη πίεση από την αεροπορία.
Τότε μας κάλεσε ο διοικητής Ταγματάρχης Σπύρος Δελής πίσω από το όρυγμά του και ο αρχιλοχίας Γιαννακόπουλος μας είπε να μην ανησυχούμε, γιατί στη Μακεδονίτισσα μια περιοχή πίσω από το στρατόπεδο υπήρχαν γύρω στα 200 άρματα δικά μας.
Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν αλήθεια.
Τότε μας φώναξε ο Λοχαγός Σταυριανάκος και είπε, θυμάμαι, το εξής:
«Φοβάστε ρε τα’ άρματα; Τ’ άρματα δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα. Και το όρυγμα να περάσει, περνάει από πάνω. Εσείς θα ρίχνετε στο πεζικό που έρχεται από πίσω. Δεν θα εγκαταλείψετε επ’ ουδενί. Είμαστε Έλληνες, και αυτή τη στιγμή πολεμάμε για την Ελλάδα.»
Εμείς είμαστε τότε 20 χρονών κι όταν έχεις και έναν αξιωματικό που σου λέει τέτοια πράγματα ενθουσιάζεσαι.
Ο Λοχαγός μας κατά την διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου Αττίλα δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να μας εμψυχώνει και να μας ανεβάζει το ηθικό.
Η διμοιρία ξεκληρίστηκε…
Ο αξιωματικός, ο ήρωας αξιωματικός Σταυριανάκος δεν υπάρχει, πια. Ο ανθυπασπιστής Κούρλιος δεν υπάρχει. Ο αρχιλοχίας Γιαννακόπουλος είναι αγνοούμενος.
Οι Τούρκοι συνέλαβαν δυο αιχμαλώτους, είχαμε κάποιους τραυματίες και από τους 46 αμφιβάλλω αν έχουν γλυτώσει, τελικά περισσότεροι από έξι. Βγαίνοντας, ο Σταυριανάκος, από το όρυγμα του για να ρίξει με το πιστόλι στον πυροβολητή άρματος, τον βρίσκει μία ριπή και τον σκότωσε.
Του Λοχαγού Σταυριανάκου πριν τον δεύτερο Αττίλα του είχε έρθει μετάθεση για Κοζάνη, αλλά την απόρριψε και ενημέρωσε την γυναίκα του λέγοντας ότι δεν μπορεί να αφήσει τα παιδιά του (στρατιώτες)…»
Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ (Κυπριακή εφημερίδα) δημοσίευσε στις 20 Αυγούστου 1978 αφιέρωμα στο Λοχαγό Σωτήρη Σταυριανάκο αποσπάσματα από το Μυθιστόρημα «Η Μεγάλη Σφαγή».
Εμείς πήραμε λίγα κομμάτια από αυτή την δημοσίευση.
«…Τρέχει ο Σωτήρης εδώ, τρέχει εκεί, τρέχει γρήγορα στα τουφέκια σας, βάζει φωνή ο Λοχαγός ο Σωτήρης και οι λέξεις βγαίνουν κοφτές από μέσα του…Ο Σωτήρης τώρα μόνος του τρέχει και κατεβαίνει το λόφο και ορμά μπροστά και τρέχει και δεν σταματά, ούτε σκάβει να καλυφθεί και κοντά στο χέρι το τουφέκι με την ξιφολόγχη. Τον πρώτο Τούρκο μπροστά τον καρφώνει στην κοιλιά και τρέχει και τρέχει και καρφώνει και τον άλλον Τούρκο στο στήθος και κατεβαίνει ακόμα το κατηφόρι και τρέχει με την λόγχη βουτηγμένη στο αίμα και αφήνει φωνή, φωνή σαν ουρλιαχτό. Τρέχει αδιάκοπα τρέχει ώσπου, εκεί στο μεσόφρυδο τον καρφώνει η σφαίρα κι ο Λοχαγός ο Σωτήρης γέρνει και πέφτει και τα χέρια του αγκαλιάζουν τη γη…»
Η πολεμική έκθεση δράσεως από το ΓΕΣ
(την οποία ζήτησε η κ. Μαρία Σταυριανάκου)
Έχομεν την τιμήν να γνωρίσωμεν υμίν είς απάντησιν της 17-9-75 αιτήσεως σας, ότι ως προκύπτει έκ των ατομικών Εγγράφων του έν Κύπρω πεσόντος συζύγου σας Ταγματάρχου (μετά τον θάνατο του έδωσαν τιμητικά βαθμό) (ΜΧ) Σταυριανάκου Σωτηρίου, ως και της διενεργηθείσης Ενόρκου Προανακρίσεως, ο σύζυγός σας έπεσεν επί του πεδίου Μάχης την 16ην Αυγούστου 1974, μαχόμενος μετά πρωτοφανούς ηρωισμού, θάρρους και αυταπαρνήσεως, εναντίον υπέρτερων Τουρκικών Δυνάμεων και αφού απέκρουσε λυσσαλέας Τουρκικάς επιθέσεις από 14 έως 16 Αυγούστου 1974, επί των δυτικώς του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ υψωμάτων.
Αθήναι 13 Νοεμβρίου 1975
Πιστοποιητικό από το ΓΕΣ
Υπηρετών ως Λοχαγός (ΜΧ) εις ΕΛΔΥΚ/λόχος διοικήσεως εφονεύθει 16 Αυγούστου ώρα 11:00 1974, αποκόπησης της κεφαλής του ότε εβλήθη δια πυροβόλου όπλου Τουρκικού άρματος μάχης κατά την Τουρκική επίθεσιν εναντίον των θέσεων μάχης των ανδρών της ΕΛΔΥΚ, διατελών εν διατεταγμένη υπηρεσία και ένεκεν ταύτης (Ετύγχανεν επικεφαλής αμυνόμενου τμήματος).
Αθήναι 15 Νοεμβρίου 1974…»
————————————————————————————————————————————————-
1941 – Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΧΙΤΛΕΡΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ
Το σοσιαλιστικό κράτος ήθελαν να βγάλουν από τη μέση
Την Κυριακή 22 Ιούνη του 1941, 190 μεραρχίες, 4.000 αεροσκάφη και 3.410 άρματα μάχης του γερμανικού στρατού και των συμμάχων του, ένα σύνολο 3.700.000 υπερεξοπλισμένων στρατιωτών κινήθηκαν ενάντια στη Σοβιετική Ενωση. Απέναντί τους εκείνη τη μέρα βρίσκονταν υπό τα όπλα 2.700.000 Σοβιετικοί στρατιώτες. Η επίθεση ήταν αναμενόμενη. Από τη δεκαετία του ‘20 ακόμα, ο Χίτλερ προσδιόριζε την ΕΣΣΔ ως σημαντικό ζωτικό χώρο για τα γερμανικά συμφέροντα. Εξάλλου τα άλλα ιμπεριαλιστικά κράτη είχαν συμβάλει τα μέγιστα, και οικονομικά, στον επανεξοπλισμό της ηττημένης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανίας, προκειμένου να τη στρέψουν εναντίον του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο και να μοιράσουν τη λεία.
Το γεγονός ότι ο Χίτλερ επιτέθηκε πρώτα στα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης δεν αλλάζει την ουσία της υπόθεσης, ίσα ίσα επιβεβαιώνει το νομοτελειακό του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, που, οξυνόμενος, δεν έχει όρια στην αγριότητα της έκφρασής του.
Η ΕΣΣΔ, πάντως, δε βρέθηκε απροετοίμαστη. Το ίδιο εκείνο πρωινό της 22 Ιούνη, η σοβιετική κυβέρνηση πληροφόρησε από το ραδιόφωνο όλο τον κόσμο για την επίθεση της Γερμανίας και κάλεσε το σοβιετικό λαό να υπερασπιστεί τη σοσιαλιστική πατρίδα. «Η υπόθεσή μας είναι δίκαιη», έλεγε η κυβερνητική δήλωση. «Ο εχθρός θα συντριβεί. Η νίκη είναι δική μας». Τα λόγια αυτά έγιναν πολεμικό σύνθημα των Σοβιετικών ανθρώπων, που ξεσηκώθηκαν για να πολεμήσουν τους γερμανοφασίστες κατακτητές.
Την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου, κηρύχτηκε σε 14 στρατιωτικές περιφέρειες επιστράτευση των εφέδρων που είχαν γεννηθεί στα 1905-1918. Παράλληλα, άρχισε μαζική εγγραφή εθελοντών στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού. Στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ, στο Κίεβο και σε πολλές άλλες πόλεις συγκροτήθηκαν μεραρχίες λαϊκής εθνοφυλακής. Λίγο αργότερα, δημιουργήθηκαν στις ίδιες περιοχές καταδιωκτικά τάγματα για την τοπική άμυνα και για την αντιμετώπιση αλεξιπτωτιστών. Το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ κήρυξε σε κατάσταση πολιορκίας τις περιοχές δυτικά από τη γραμμή Γιαροσλάβλ – Ριαζάν – Ροστόβ του Ντον.
Το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού της ΕΣΣΔ και η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος απηύθυναν, στις 29 Ιούνη 1941, οδηγία στις κομματικές και σοβιετικές οργανώσεις των περιοχών της ζώνης που βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή. Στις 3 Ιούλη, ο ίδιος ο Ι. Β. Στάλιν, με ραδιοφωνικό λόγο, ανέλυσε την οδηγία και διατύπωσε το πρόγραμμα της κινητοποίησης των δυνάμεων στον αγώνα εναντίον του εχθρού.
Κόμμα και κυβέρνηση είπαν στο λαό την ωμή αλήθεια για τον κίνδυνο που απειλούσε τη χώρα. «…Στον πόλεμο που μας επιβλήθηκε εναντίον της φασιστικής Γερμανίας», έλεγε η οδηγία, «κρίνεται το ζήτημα ζωής ή θανάτου του σοβιετικού κράτους, το ζήτημα αν οι λαοί της Σοβιετικής Ενωσης θα είναι ελεύθεροι ή θα υποδουλωθούν».
Το κόμμα και η κυβέρνηση κάλεσαν το λαό να συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, να δώσει όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα εναντίον ενός ισχυρού και ύπουλου εχθρού, να βάλει τέρμα στο πνεύμα της ειρηνικής περιόδου και να αλλάξει γρήγορα τον τρόπο δουλειάς των κομματικών και των σοβιετικών οργανώσεων με βάση πια τις απαιτήσεις του πολέμου. Στην οδηγία τονιζόταν η ανάγκη να μπει το σύνολο της οικονομίας το γρηγορότερο δυνατό στην υπηρεσία της πολεμικής μηχανής, να απομακρυνθεί όλη η πολύτιμη περιουσία από τις απειλούμενες περιοχές και να καταστραφεί σε περίπτωση που η μεταφορά της αποδειχθεί πως δεν είναι δυνατή. Ο πληθυσμός των περιοχών που είχε κατακτήσει ο αντίπαλος καλούνταν να αναπτύξει τον παρτιζάνικο αγώνα.
Οπως στα 1918 το λενινιστικό διάταγμα «Η σοσιαλιστική πατρίδα σε κίνδυνο!» ξεσήκωσε το λαό σε αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, έτσι και τώρα το κάλεσμα του κομμουνιστικού κόμματος συγκίνησε τις λαϊκές μάζες εκατομμυρίων ανθρώπων και τις εμψύχωσε.
Καθώς η Ιστορία ξαναγράφεται στις μέρες μας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, διαστρεβλωμένη για να υπηρετήσει τους σκοπούς και τις σημερινές επιδιώξεις τους, με μοναδικό στοιχείο αιχμής της βρώμικης προπαγάνδας τους τον αντικομμουνισμό και αντισοβιετισμό, με την ταύτιση φασισμού – κομμουνισμού, αν και ανειρήνευτοι εχθροί, επιχειρούμε μια σύντομη αναδρομή σε ορισμένα από όσα προηγήθηκαν της επίθεσης στην ΕΣΣΔ, με υλικά που αντλήσαμε από το πολύτομο έργο «Παγκόσμια Ιστορία» που είχε εκδώσει η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ. Παραθέτουμε επίσης εκτενές απόσπασμα από τις εκτιμήσεις της ΚΕ του ΚΚΕ που περιέχονται στη Διακήρυξή της για τα 60χρονα της Αντιφασιστικής Νίκης, για τον πόλεμο, το χαρακτήρα του, τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών και το ρόλο της ΕΣΣΔ, στην ήττα του ναζισμού, ένα μικρό απόσπασμα από το ραδιοφωνικό λόγο του Στάλιν στις 3 Ιούλη και ένα επίσης μικρό αποσπάσματα από άρθρο του καθηγητή Γ. Μαργαρίτη, που είχε δημοσιευτεί στον «Ρ» στις 14 Οκτώβρη του 2007 και δείχνει το μεγαλείο, την πίστη και την ικανότητα του σοβιετικού λαού στη μεταφορά των εργοστασίων από τις εμπόλεμες περιοχές σε περιοχές όπου συνεχιζόταν αδιάκοπα η παραγωγή – βασικός παράγοντας συμβολής στη νίκη. Οι τίτλοι και οι υπότιτλοι είναι του «Ρ».
————————————————————————————————————————————————-
Η μάχη της Μαντινείας
-
Ο θάνατος του Επαμεινώνδα
-
Επερχόμενη δύναμη οι Μακεδόνες
Το καλοκαίρι του 362 π.Χ. κοντά στην πόλη της Μαντινείας δόθηκε μία από τις σημαντικότερες μάχες της αρχαίας Ελλάδας μεταξύ των Θηβαίων και Σπαρτιατών, των δύο μεγαλύτερων ηγεμονιών εκείνης της περιόδου.
Οι Θηβαίοι με Στρατηγό τον Επαμεινώνδα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου σε εκστρατεία, με σκοπό να αποκόψουν τις περιοχές από την Σπάρτη και να τις εντάξουν υπό την προστασία τους.
Η έγκαιρη επιστροφή του Αγησίλαου υποχρεώνει τον Επαμεινώνδα να αποσυρθεί στην Τεγέα και να συνταχθεί.
Το πολεμικό σκηνικό στήθηκε κοντά στην πόλη της Μαντινείας στους πρόποδες του Μαινάλου.
Από την μία πλευρά ήταν οι Θηβαίοι με 3.000 ιππείς και 30.000 στρατιώτες, τους οποίους αποτελούσαν Αργείοι, Αρκάδες, Σικυώνιοι, Θεσσαλοί, Βοιωτοί, Ευβοείς, Λοκροί και Μαλιείς και από την άλλη οι Σπαρτιάτες με 2.000 ιππείς και 20.000 στρατιώτες από την Αθήνα, την Ηλεία, την Μαντινεία και την Αχαϊα, πόλεις συμμάχους της Σπάρτης.
Ο Επαμεινώνδας με την στρατιωτική του ευφυΐα παραπλάνησε τους αντιπάλους του μη χρησιμοποιώντας την περίφημη τακτική της λοξής φάλαγγας, όπως περίμεναν, και με γρήγορους ελιγμούς διέσπασε την ζώνη άμυνας των Σπαρτιατών. 
Ο θάνατος του Επαμεινώνδα
Πάνω στη μάχη και ενώ όλα έδειχναν ότι οι Θηβαίοι θα ήταν οι μεγάλοι νικητές, ο Επαμεινώνδας δέχεται ένα δόρυ στο στήθος και τον ξαπλώνει.
Ξαφνιασμένοι οι Θηβαίοι άρχιζαν να οπισθοχωρούν, αλλά τελικά βρήκαν το κουράγιο και συνέχισαν τη μάχη.
Ο Επαμεινώνδας θανάσιμα πληγωμένος περίμενε να μάθει την εξέλιξη της μάχης πριν πεθάνει.
Αν και τελικά πληροφορήθηκε την νίκη των Θηβαίων ζήτησε από τους αξιωματικούς τους να συνθηκολογήσουν με τους Σπαρτιάτες.
Από τους ιστορικούς εικάζεται ότι ο Επαμεινώνδας ζήτησε οι Θηβαίοι να συνθηκολογήσουν με τους Σπαρτιάτες είτε επειδή είχαν σκοτωθεί στην ίδια μάχη και άλλοι σημαντικοί στρατιωτικοί της Θήβας είτε επειδή γνώριζε ότι με το θάνατό του, η Θήβα δεν θα μπορούσε να σταθεί εύκολα μόνη της στην κορυφή.
Ο Επαμεινώνδας πριν διατάξει να του βγάλουν το δόρυ και να πεθάνει, κάποιος του είπε: “πεθαίνεις Επαμεινώνδα χωρίς να αφήσεις διαδόχους”, αυτός απήντησε: “Μα τον Δία, αυτό δεν είναι αλήθεια. Αφήνω δύο αθάνατες θυγατέρες, την νίκη στα Λεύκτρα και την νίκη στην Μαντινεία”.
Ο μεγάλος Στρατηγός των Θηβαίων Επαμεινώνδας, ο επινοητής της λοξής φάλαγγας, θάφτηκε στο πεδίο της μάχης.
Επερχόμενη δύναμη οι Μακεδόνες
Η Θήβα έμεινε ακέφαλη μετά τον θάνατο του Επαμεινώνδα καθώς και του Πελοπίδα νωρίτερα, η Σπάρτη είχε ήδη χάσει το κύρος της, ενώ η Αθήνα δεν ήταν πλέον φόβητρο, όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να πάρει τα ηνία η Μακεδονία του Φιλλίπου Β’, που αποτέλεσε μετά από μερικά χρόνια την μεγαλύτερη δύναμη της Ελλάδας.
——————————————————————————————————–
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΝ ΙΟΥΝΗ ΤΟΥ 1848
Η πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις
Στις 23 Ιούνη 1848 οι εργάτες του Παρισιού ξεχύνονται στους δρόμους και στήνουν οδοφράγματα. Ηταν η απάντησή τους στο όργιο της τρομοκρατίας που εξαπέλυσε η αντεπανάσταση. Η εξέγερση αυτή είναι φανερά προλεταριακή. Στα οδοφράγματα υψώθηκαν κόκκινες σημαίες με τα συνθήματα «Ψωμί ή μολύβι», «Δικαίωμα εργασίας», «Ζήτω η κοινωνική δημοκρατία».
Στις προκηρύξεις που τύπωναν οι ξεσηκωμένοι εργάτες, ζητούσαν να διαλυθεί η συντακτική συνέλευση και να περάσουν τα μέλη της από δίκη, να πιαστούν τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής, να απομακρυνθεί ο στρατός από το Παρίσι, να αναγνωριστεί στο λαό το δικαίωμα να καταρτίσει ο ίδιος το σύνταγμα, να διατηρηθούν τα εθνικά συνεργεία και να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της εργασίας. «Αν αλυσοδέσουν το Παρίσι τότε θα υποδουλωθεί ολόκληρη η Ευρώπη», έγραφε μια προκήρυξη, τονίζοντας τη διεθνή σημασία που είχε η εξέγερση.
Τέσσερις μέρες, από τις 23 έως τις 26 Ιούνη, γίνονται λυσσασμένες οδομαχίες. Από το ένα μέρος πολεμούσαν 40-45 χιλιάδες εργάτες, και από το άλλο τα κυβερνητικά στρατεύματα, η κινητή φρουρά και σώματα της εθνοφρουράς, που η συνολική τους δύναμη έφτανε τις 250.000 άνδρες.
Το πιο στρατηγικό σημείο, στο οποίο στηριζόταν η εξέγερση ήταν το εργατικό προάστιο Σεντ Αντουάν, όπου είχαν στηθεί οδοφράγματα, που έφθαναν ως τον τέταρτο όροφο των σπιτιών, ενώ είχαν γίνει και άλλα οχυρωματικά έργα.
Το σχέδιο που κατέστρωσε ο πρώην αξιωματικός Κερσοζί για μια συντονισμένη επίθεση των επαναστατών κατά του δημαρχείου και των ανακτόρων, δεν κατορθώθηκε να εφαρμοστεί, γιατί προσέκρουσε σε οργανωτικές αδυναμίες.
Οι ξεσηκωμένοι δεν μπόρεσαν να συγκροτήσουν μια ενιαία κεντρική διοίκηση και έτσι τα σώματα είχαν μεταξύ τους μια χαλαρή σύνδεση.
Αν και οι εργάτες πολέμησαν ηρωικά, η προλεταριακή εξέγερση του Παρισιού συντρίφτηκε. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε ένα όργιο τρομοκρατίας.
Οι νικητές σκότωσαν όλους τους τραυματίες επαναστάτες, συνέλαβαν πάνω από 25 χιλιάδες άτομα, άρχισαν τα στρατοδικεία, πάνω από τρεισήμισι χιλιάδες εξορίστηκαν, χωρίς δίκη, στις μακρινές αποικίες.
Η εξέγερση του Ιούνη του 1848 είχε πολύ μεγάλη ιστορική σημασία. Ο Κ. Μαρξ την ονόμασε «πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις που χωρίζεται η σύγχρονη κοινωνία. Ηταν ένας αγώνας, για να διατηρηθεί ή να συντριβεί το αστικό σύστημα».
Στο έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850» ο Κ. Μαρξ σημείωνε ανάμεσα σε άλλα:
«Η 25 του Φλεβάρη 1848 παραχώρησε στη Γαλλία τη δημοκρατία, η 25 του Ιούνη της επέβαλε την επανάσταση. Και ύστερα από τον Ιούνη η επανάσταση σήμαινε: ανατροπή της αστικής κοινωνίας, ενώ πριν από το Φλεβάρη, σήμαινε: ανατροπή της μορφής του κράτους.
Ο αγώνας του Ιούνη καθοδηγήθηκε από τη δημοκρατική ομάδα της αστικής τάξης. Με τη νίκη, η πολιτική εξουσία έπεσε αναγκαστικά στα χέρια της. Η κατάσταση πολιορκίας έριξε δίχως αντίσταση το δεμένο χειροπόδαρα Παρίσι στα πόδια της, ενώ στις επαρχίες επικρατούσε μια ηθική κατάσταση πολιορκίας, η απειλητική, κτηνώδης υπεροψία της νίκης των αστών και ο αχαλίνωτος φανατισμός των χωρικών για την ιδιοκτησία.
Από τα κάτω, λοιπόν, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος!
Μαζί με την επαναστατική δύναμη των εργατών τσακίστηκε και η πολιτική επιρροή των ρεπουμπλικάνων δημοκρατών, δηλαδή των μικροαστών δημοκρατών που αντιπροσωπεύονταν στην εκτελεστική επιτροπή από τον Λεντρί-Ρολέν, στη συντακτική εθνοσυνέλευση από το κόμμα των ορεινών1 και στον Τύπο από τη Ρεφόρμ2.
Στις 16 του Απρίλη είχαν συνωμοτήσει μαζί με τους αστούς δημοκράτες ενάντια στο προλεταριάτο, στις μέρες του Ιούνη είχαν πολεμήσει ενάντιά του μαζί με τους ίδιους.
Ετσι, μόνοι τους ανατίναξαν τη βάση πάνω στην οποία υψωνόταν το κόμμα τους σα δύναμη, γιατί η μικροαστική τάξη μπορεί τόσον καιρό μονάχα να κρατήσει μια επαναστατική στάση απέναντι στην αστική τάξη, όσο στέκεται πίσω της το προλεταριάτο.
Τους δώσανε τα παπούτσια στο χέρι. Η ψευτοσυμμαχία που κλείστηκε μ’ αυτούς, απρόθυμα και υστερόβουλα την εποχή της προσωρινής κυβέρνησης και της εκτελεστικής επιτροπής καταγγέλθηκε ανοιχτά από τους αστούς δημοκράτες. Περιφρονημένοι και παραπεταμένοι σαν σύμμαχοι, ξεπέσανε στο δευτερεύοντα ρόλο των σωματοφυλάκων των τρίχρωμων δημοκρατών, από τους οποίους δεν μπορούσαν ν’ αποσπάσουν καμιά παραχώρηση, που ήταν όμως υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν την κυριαρχία των τρίχρωμων κάθε φορά που οι αντιδημοκρατικές αστικές ομάδες φαινόταν ότι διαμφισβητούσαν αυτή την κυριαρχία και μαζί της τη δημοκρατία.
(Τα αποσπάσματα έχουν παρθεί από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» «Οι ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850»).
____________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ορεινοί ονομάζονταν, στην περίοδο της επανάστασης του 1848, οι αντιπρόσωποι των μικροαστών δημοκρατών στη συντακτική συνέλευση και στη νομοθετική συνέλευση. Η ονομασία είναι παρμένη από την εποχή της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, όπου την αριστερή πτέρυγα της συμβατικής την ονόμαζαν «όρος», γιατί οι αριστεροί αυτοί βουλευτές, στις συνεδριάσεις της συμβατικής, κάθονταν στο βάθος, στις ψηλότερες έδρες. «Το κόμμα των ορεινών, το 1848, αντιπροσώπευε αντίθετα μια μάζα που ταλαντευόταν ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο» (Μαρξ). Οι ορεινοί αυτοί δεν ήταν παρά μια αξιοθρήνητη παρωδία του «όρους» (σημ. τ. μετ.).
2. Reforme (Ρεφόρμ): Οργανο του κόμματος των ορεινών στα 1848 (σημ. τ. μετ).
——————————————————————————————————–
ΝΙΚΟΣ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ
Παράδειγμα κομμουνιστή λαϊκού αγωνιστή
|
|
Στις 14 Αυγούστου 1954 και ώρα 5.25′ το πρωί, στη θέση Αγία Μαρίνα στο Δαφνί, εκτελέστηκε ο κομμουνιστής ηγέτης Ν. Πλουμπίδης.
|
|
«Εξετελέσθη ζητωκραυγάζων υπέρ του ΚΚΕ», έγραψαν την ίδια μέρα οι αθηναϊκές εφημερίδες, υπογραμμίζοντας ως βασικά στοιχεία του γεγονότος ότι ο εκτελεσμένος «αντιμετώπισε με απόλυτον ψυχραιμίαν τας σφαίρας του αποσπάσματος» και «δεν εδέχθη ούτε να κοινωνήση, ούτε να του δέσουν τους οφθαλμούς του» (Εφημερίδες 14/8/1954).
Ως τελευταίες λέξεις του Ν. Πλουμπίδη οι εφημερίδες κατέγραψαν τη φράση «Αφήνω ένα τιμημένο όνομα στο παιδί μου», που, πάντα σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, ειπώθηκε στο πλαίσιο του διαλόγου του, λίγο πριν συναντήσει το θάνατο, με το βασιλικό επίτροπο Πολυχρονόπουλο («ΤΑ ΝΕΑ» 14/8/1954, «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» 14/8/1954 κ.α.).
Δε χωράει αμφιβολία πως ο Ν. Πλουμπίδης άφησε ένα σπουδαίο και τίμιο όνομα στο παιδί του, αλλά και μια βαριά κληρονομία σ’ όσους συνέχισαν και συνεχίζουν το έργο του, στους κομμουνιστές και στις κομμουνίστριες, στα μέλη και στα στελέχη, στους φίλους και στους οπαδούς του ΚΚΕ. Κι αυτή η κληρονομιά πρέπει να διαφυλαχτεί και να μεταδοθεί από γενιά σε γενιά καθαρή και ανόθευτη, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια επιχειρείται συστηματικά, μέσα από βιβλία και άρθρα, να αλλοιωθούν η εικόνα, το έργο και η παρακαταθήκη του, να εμφανιστεί στη θέση του κομμουνιστή Πλουμπίδη ένας άλλος, ο οποίος, τάχα, βρισκόταν σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με το ΚΚΕ και την τότε ηγεσία του, ειδικότερα δε με τον Ν. Ζαχαριάδη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να επιδιώξει την εξόντωσή του. «Στην πραγματικότητα – γράφουν (Δ. Παπαχρίστου: «Ν. Πλουμπίδης – Ντοκουμέντα», εκδόσεις «Δελφίνι» 1997, σελ. 61) – «ο Ζαχαριάδης έβλεπε πάντοτε τον Πλουμπίδη ως άνθρωπο μη υποταγμένο σ’ αυτόν, που σκέπτεται κι έχει δική του γνώμη και είναι πιθανόν κάποτε να απειλήσει την ηγεσία του και την παντοκρατορία του». Τα ίδια ισχυρίζονται και άλλοι.
|
|
Δικαίωμα, ασφαλώς, του οποιουδήποτε είναι να γράφει ό,τι θέλει, αρκεί να το τεκμηριώνει και να το στηρίζει σε αξιόπιστες πηγές, τις οποίες οφείλει να δημοσιοποιεί, για να μπορεί και ο τελευταίος αναγνώστης να κρίνει. Αν αυτό έκαναν και οι προαναφερόμενοι στα γραπτά τους, εύκολα θα μπορούσε να διαπιστωθεί πως όλα αυτά που εμφανίζουν ως το πόρισμα «βαθιάς ιστορικής έρευνας» δεν είναι τίποτε περισσότερο από αναπαραγωγή της προπαγάνδας, που καλλιεργούσαν και διοχέτευαν, συστηματικά και με μέθοδο, στη δημοσιότητα, στις αρχές της 10ετίας του ‘50, η Ασφάλεια, η ΚΥΠ και τα κάθε λογής αντικομμουνιστικά επιτελεία του κράτους, υπό την καθοδήγηση της CIA. Αν, όμως, παραδέχονταν αυτοί οι εμβριθείς «ιστορικοί ερευνητές» αυτό το πράγμα, θα έπρεπε στη συνέχεια να εξηγήσουν, γιατί, κατά τη γνώμη τους, η ιστορική αλήθεια γύρω από την υπόθεση Πλουμπίδη βρίσκεται στα όσα προπαγάνδισαν γι’ αυτόν τα κρατικά επιτελεία του αντικομμουνισμού, στις τότε συνθήκες.
Οι συνθήκες της περιόδου ήταν τόσο αντίξοες για το Κόμμα και τον ίδιο, που αναγκαστικά βρέθηκε να δίνει μόνος τη μάχη υπεράσπισης του Κόμματος και των αξιών του, αφήνοντας πίσω του ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για τη στάση, μπροστά στον ταξικό εχθρό, του μέλους του ΚΚΕ. Με την πιο βαθιά εμπιστοσύνη στην ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα και πέρα από τις όποιες αναποδιές – που δεν είναι και έξω από την ανθρώπινη φύση και δράση – βρεθούν στο δρόμο του, προκειμένου να στήσουν ανυπέρβλητα εμπόδια ή και να κλονίσουν συνειδήσεις. Κάποιοι βεβαίως θέλουν να παρουσιάζουν τον Πλουμπίδη ως τον άνθρωπο που βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου και μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα, κυνηγημένος από εχθρούς, φίλους και συντρόφους, μα προπαντός από την ίδια την καθοδήγηση του Κόμματος. Και το κάνουν, έχοντας προσπεράσει πλέον τον ίδιο δρόμο, μα με αλλοιωμένη τη συνείδηση και κλονισμένη την πίστη στην υπόθεση του λαού και προπαντός χωρίς ίχνος από το προτέρημα της ανιδιοτέλειας του αγωνιστή. Μόνο που, γι’ αυτό ακριβώς, το σύστημα, όχι μόνο καραδοκεί, αλλά στήνει παγίδες και δόκανα, για να λυγίσει, να «σπάσει» και να χρησιμοποιήσει σε βάρος του λαϊκού κινήματος όσο μπορεί τους συμβιβασμένους. Σ’ αυτά ο Πλουμπίδης όχι μόνο δεν έπεσε, αλλά τα προσπέρασε, δίνοντας το παράδειγμα θέλησης και αποφασιστικότητας στην πάλη για τη νέα κοινωνία. Αυτοί που συνεχίζουν να ακολουθούν την πορεία των ιδανικών του, μέσα από το παράδειγμά του, βλέπουν τον κομμουνιστή. Κι εκείνοι που έχουν ξεκόψει από το δρόμο του ταξικού επαναστατικού αγώνα, βρίσκουν στην περίπτωσή του το άλλοθι της υποχώρησής τους. Θέλουν από τον αγωνιστή Πλουμπίδη να θεμελιώσουν την αντίστροφη πορεία τους. Και, το κυριότερο, να εμφανίζουν τη θεμελιακή αρχή της διαλεκτικής σχέσης της ηγεσίας με τη βάση και του Κόμματος με το λαό, σαν μια ανειρήνευτη αντίθεση. Δεν είναι τυχαίο. Ξέρουν καλά πως η διάρρηξη αυτής της σχέσης θολώνει το τοπίο στην πορεία προς τα μπρος. Αυτό που κάθε φορά «χτυπάνε» τα σφυριά της αντιπαράθεσης είναι η καθοδήγηση. Και την αξιοποιεί καλά ο αντίπαλος αυτή τη μέθοδο.
|
|
Στην πραγματικότητα, το πώς θα δει κανείς τον Πλουμπίδη εξαρτάται από τις επιλογές ζωής που κάνει και αυτό ισχύει ως το θάνατο. Αυτή την απάντηση έδωσε ο ίδιος ο Πλουμπίδης, με τη στάση του και το παράδειγμα του αγωνιστή, χωρίς τίποτε το διαφορετικό που να τον κάνει να ξεχωρίσει απ’ όλους τους άλλους αγωνιστές, ώστε να αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση.
Τιμώντας τη μνήμη του Ν. Πλουμπίδη και ως υποχρέωση υπεράσπισης της επαναστατικής – κομμουνιστικής του κληρονομιάς, θα δώσουμε τα γεγονότα της εποχής και την ιστορική αλήθεια. Θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την ενοχή του τότε καθεστώτος και τις μεθόδους του για την εξόντωση του ΚΚΕ.
Η τακτική της υπονόμευσης από το κράτος
Η Ασφάλεια, με τη σύλληψη του Ν. Πλουμπίδη, αφήνει να εννοηθεί ότι στην ουσία έχει στα χέρια της τις «ομολογίες του» κατά του Ν. Ζαχαριάδη. Αλλωστε, καθ’ υπόδειξή της, ο Τύπος σχολιάζει συγκεκριμένα τη σύλληψή του ως εξής: «Αι αστυνομικαί αρχαί αναμένουν ότι ο Πλουμπίδης μετά τη σύλληψίν του θα προβή εις ομολογίας εις βάρος του Ζαχαριάδη, αι οποίαι – κατά την αστυνομίαν – θα είναι συντριπτικαί διά τον Ζαχαριάδη και θα κρίνουν την τύχην του τελευταίου ως αρχηγού του ΚΚΕ» (Βλέπε: «Προοδευτική Αλλαγή» και άλλες εφημερίδες, 26/11/1952).
Είναι, όμως, δυνατόν οι ομολογίες ενός κομμουνιστή που συνέλαβαν οι διωκτικές αρχές να «κρίνουν την τύχη του Ζαχαριάδη ως αρχηγού του ΚΚΕ»; Εάν υποτίθεται ότι μπορούσε να γίνει και εάν ο Πλουμπίδης θα προέβαινε στις ομολογίες που υποσχόταν η Ασφάλεια, θα σήμαινε ότι το αστικό κράτος μπορούσε να επηρεάσει ιδεολογικά, πολιτικά και με άλλους τρόπους, τις δυνάμεις του Κόμματος, τόσο σε επίπεδο ηγεσίας, όσο και σε επίπεδο βάσης, τις οποίες μπορούσε να στρέψει κατά του Ν. Ζαχαριάδη και του ηγετικού πυρήνα του ΚΚΕ.
|
|
Φαίνεται, λοιπόν, πως υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο καταλυτικών παρεμβάσεων στα εσωτερικά του ΚΚΕ από τον ταξικό αντίπαλο και τις υπηρεσίες του, οι οποίες σκόπιμα εντάσσουν τον Πλουμπίδη σ’ αυτό, εμφανίζοντάς τον, ούτε λίγο – ούτε πολύ, ως άνθρωπό τους, για να σπείρουν σύγχυση στο Κόμμα και την ηγεσία του.
Το κράτος και οι ειδικές υπηρεσίες του, με τη βοήθεια των Αμερικανών, μελετούσαν προσεκτικά τις εσωτερικές τριβές που κατά καιρούς εμφανίζονταν στο Κόμμα, τους έδιναν διαστάσεις τέτοιες που βόλευε την αντικομμουνιστική τους δράση και τις χρησιμοποιούσαν με μεγάλη επιδεξιότητα. Γνώριζαν δε τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ το 1950, με τις γνωστές πλατφόρμες του Παρτσαλίδη, του Καραγιώργη και του Βαφειάδη, και τις αξιοποιούσαν, όπως αξιοποιούσαν και τις προσωπικές τους επιθέσεις κατά του Ν. Ζαχαριάδη. Ετσι υπολόγιζαν ότι το αντιηγετικό πολιτικο-ιδεολογικό ρεύμα στο ΚΚΕ ήταν υπαρκτό και γι’ αυτό θα έπρεπε να το ενισχύσουν με κάθε μέσο.
Η καλλιέργεια και ενίσχυση της εντύπωσης πως το ΚΚΕ σπαράσσεται από εσωτερικές έριδες θα συνεχιστεί με τη δημοσιοποίηση της απόφασης της 3ης Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος (συγκλήθηκε στο διάστημα 23 – 25/11/1952), που καθαίρεσε από μέλος του ΠΓ τον Γιάννη Ιωαννίδη. Ο Τύπος προβάλλει την είδηση ως επιβεβαίωση των ισχυρισμών περί εσωκομματικών εκκαθαρίσεων και συσχετίζει το θέμα με την υπόθεση Πλουμπίδη. Παράλληλα, μέσα από τις σελίδες του, θα διοχετεύονται έντεχνα ειδήσεις ότι σχεδιάζεται η δημιουργία ενός νέου ΚΚΕ, απαλλαγμένου από τον Ν. Ζαχαριάδη και την ηγετική ομάδα που υπήρχε γύρω από αυτόν.
Τι προηγήθηκε
Στις 16 Μαρτίου του 1952, οι εφημερίδες (βλέπε ενδεικτικά «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ» 16/3/1952), δημοσίευσαν τη γνωστή επιστολή
Πλουμπίδη, με την οποία ο κομμουνιστής ηγέτης δήλωνε πως αυτός ήταν ο καθοδηγητής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και πως θα παραδιδόταν για να δικαστεί, εφόσον μετατρεπόταν η θανατική καταδίκη του Ν. Μπελογιάννη. Προηγούμενα, βέβαια, το ΚΚΕ είχε διακηρύξει ότι ήταν έτοιμο να δεχτεί μια δικαστική – πολιτική αναμέτρηση με το καθεστώς της Ελλάδας, μέσα στην Αθήνα, εφόσον υπήρχαν κάποιες βασικές διεθνείς εγγυήσεις. «Το ΚΚΕ δηλώνει» – έλεγε η ανακοίνωση του ΠΓ στις 23/2/1952 – «ότι είναι πάντα έτοιμο να δεχτεί μέσα στην ίδια την Αθήνα οποιαδήποτε πολιτική αντιδικία με το μοναρχοφασισμό και την αμερικανοκρατία, εφόσον θα εξασφαλίζονταν οι απαραίτητες νομικές και πολιτικές εγγυήσεις, κάτω από την εποπτεία του ίδιου του λαού και έγκυρων και αρμοδίων διεθνών δημοκρατικών και προοδευτικών οργανώσεων» («Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 7ος, σελ. 274).
|
|
|
|
Παίρνοντας, προφανώς, υπόψιν τους όλα αυτά, και το γεγονός ότι η επιστολή είχε χαρακτηριστεί από το Κόμμα ως πλαστή και κατασκεύασμα της Ασφάλειας, τα αντικομμουνιστικά επιτελεία του κράτους εκτίμησαν την επιστολή ως προσπάθεια διαφοροποίησης του Πλουμπίδη από την επίσημη κομματική γραμμή ή, εν τέλει, ως μια πράξη που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση.
Μια βδομάδα, περίπου, μετά τη δημοσίευση της επιστολής και συγκεκριμένα στις 22 Μαρτίου 1952, ο αστυνομικός διευθυντής στο υπουργείο Εσωτερικών Ι. Πανόπουλος προχώρησε σε μακροσκελείς ανακοινώσεις προς τον Τύπο για το θέμα, όπου υποστήριξε πως η επιστολή ήταν γνήσια, εκθείασε, προβοκατόρικα, τον Ν. Πλουμπίδη για την πράξη του, τον εμφάνισε ως φοβερό και τρομερό εσωκομματικό αντίπαλο του Ν. Ζαχαριάδη, με μεγάλη, τάχα, επιρροή στην κομματική μάζα, υπογραμμίζοντας με έμφαση: «Το αληθές και βαθύτερον, λοιπόν, νόημα της χειρονομίας του Πλουμπίδη είναι η επίθεσις κατά του Ζαχαριάδη». Δε δίστασε, τέλος, να ισχυριστεί ότι ο Ζαχαριάδης θα επιχειρούσε να εξοντώσει με συκοφαντίες τον Πλουμπίδη ή θα τον πρόδιδε στην Ασφάλεια, γιατί έτσι «θα απηλλάσσετο ενός επικινδύνου εχθρού» του (Ολόκληρες οι δηλώσεις Πανόπουλου: «ΒΗΜΑ» 23/3/1952).
Στις 25 Νοεμβρίου του 1952, ο Πλουμπίδης συλλαμβάνεται και τα αντικομμουνιστικά επιτελεία του κράτους βρίσκουν την ευκαιρία να ξανασερβίρουν την άποψη περί αντιηγετικού – αντιζαχαριαδικού Πλουμπίδη. Ξαναδημοσιεύονται σε ορισμένες εφημερίδες οι προαναφερόμενες δηλώσεις Πανόπουλου, ενώ στο βιογραφικό του συλληφθέντος που δίνεται στον Τύπο από την Ασφάλεια σημειώνεται ότι «κατά τη διάρκεια του ελληνο- ιταλικού πολέμου ο Πλουμπίδης έλαβεν την αντίθετον προς τον Ζαχαριάδην θέσιν… Ο Ζαχαριάδης κατά το 7ον συνέδριον του ΚΚΕ, το 1945, του έκαμε δριμυτάτην κριτικήν, παρά ταύτα όμως (ο Πλουμπίδης) εξελέγη εκ νέου μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ» («ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ» 26/11/1952).
Λίγο πριν οδηγηθεί σε δίκη ο Πλουμπίδης, τα δημοσιεύματα, το ένα μετά το άλλο, τον εμφανίζουν ως τον υπ’ αριθμόν 2 στο ΚΚΕ, που ανταγωνίζεται τον υπ’ αριθμόν 1, Ν. Ζαχαριάδη. «Υπ’ αριθ. 2 θεό των εντοπίων κομμουνιστών», τον χαρακτηρίζει η «Αθηναϊκή», (25/7/1953), που πρωτοστατεί σε στημένα δημοσιεύματα εκείνη την περίοδο.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είκοσι μέρες πριν τη δίκη του, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» (4/7/1953) ότι οι αρχές είχαν πληροφορίες πως η ηγεσία του ΚΚΕ θα επιχειρούσε να δολοφονήσει τον Ν. Πλουμπίδη. «…το Κομμουνιστικόν κόμμα έχει ζωτικόν συμφέρον να ματαιώση διά δολοφονίας, την εμφάνισιν του Πλουμπίδη εις το ακροατήριον του στρατοδικείου». Στο ίδιο δημοσίευμα, ο Πλουμπίδης φέρεται να έχει κάνει δηλώσεις κατά της ηγεσίας του Κόμματος σε εκπρόσωπο της στρατιωτικής Δικαιοσύνης.
Οι συκοφαντίες ξεσκεπάζονται
Βέβαια, όλα αυτά τα ασφαλίτικα κατασκευάσματα ο Ν. Πλουμπίδης τα είχε καταγγείλει ως τέτοια, δημόσια, με την πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε, κάτι που σκοπίμως το ξεχνούν όσοι σήμερα προχωρούν στην αναπαραγωγή τους. Συγκεκριμένα, την πρώτη μέρα της δίκης του, με ιδιόχειρη επιστολή προς τον Τύπο, απάντησε στο προαναφερόμενο δημοσίευμα της εφημερίδας «Προοδευτική Αλλαγή» (4/7/53), λέγοντας:
«Το δημοσίευμα δεν είναι έργον συντάκτου, αλλά επιτελικά οργανωμένο σχέδιο των σκοτεινών κύκλων που ενδιαφέρονται να πλήξουν το λαό και να παρουσιάσουν εμένα σαν προδότη, τη δε ηγεσία του κόμματός μου σαν δολοφόνους και ν’ αποδώσουν σ’ αυτή ό,τι τυχόν μέλλει να μου συμβή. Δε με επεσκέφθη κανένας αξιωματικός της στρατιωτικής δικαιοσύνης, παρά μόνο ο εισηγητής του στρατοδικείου, στις 29/12/52, όταν έλαβε την απολογία μου. Το δημοσίευμα έχει σκοπό να μειώση το κόμμα που έχει βαθιές ρίζες στο λαό. Δεν έκανα σε κανένα τις συκοφαντικές δηλώσεις που βάζουν στο στόμα μου. Εις απάντησιν δηλώνω τα ακόλουθα: 1) Το ΚΚΕ είναι τόσο ισχυρό, ώστε δεν μπορεί να το διασπάσει κανείς. 2) Δε φοβάται τις αποκαλύψεις κανενός είδους προδότη, γιατί οι σκοποί και οι επιδιώξεις του είναι καθαρές σαν κρύσταλλο. 3) Δε με χωρίζει καμιά διαφορά με την ηγεσία του κόμματός μου. Η ανακοίνωσι του κόμματος περί αποκηρύξεώς μου είχε σκοπό να προφυλάξη το κόμμα από έναν υποτιθέμενο εχθρό και οφείλεται σε σφαλερές ενδείξεις και υποβολιμαίες πληροφορίες. Πάντως, πιστεύω ότι το κόμμα θα επανεξετάση εν καιρώ το ζήτημα. Η απόφασι του κόμματος, οποιαδήποτε κι αν είναι, θα είναι για μένα σεβαστή. 5) Δεν είμαι προδότης, αλλά ήμουν, είμαι και θα είμαι πιστός στο κόμμα» («ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ» 25/7/1954).
Σ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, ο Ν. Πλουμπίδης δίνει τη μάχη της υπεράσπισης του Κόμματος και του εαυτού του σαν κομμουνιστή – λαϊκού αγωνιστή.
Απαντώντας στις ασφαλίτικες συκοφαντίες ότι συνελήφθη γιατί τον πρόδωσε το ΚΚΕ, θα τονίσει:
«Γνωρίζω ποιος με πρόδωσε, αλλά δε χρειάζεται να το αποκαλύψω. Πάντως, δεν είναι το Κόμμα. Γιατί το Κόμμα δεν προδίδει ποτέ, ακόμη κι αυτούς τους προδότες του. Τους αφήνει στη λάσπη της ιστορίας περιφρονημένους».
Τέλος, στέλνει στο καθεστώς το σαφέστατο μήνυμα, να μην περιμένει τίποτα απ’ αυτόν.
«Εγώ, είπε, θα υποστηρίξω εκείνο που πιστεύω, ανεξαρτήτως της ποινής που θα μου επιβληθή» («ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ», 26/7/53).
Αυτός ήταν ο Ν. Πλουμπίδης. Πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, επαναστάτης, κομμουνιστής, ανυποχώρητος λαϊκός αγωνιστής.
Πηγή : Ριζοσπάστης
——————————————————————————————————–
Ποιος διέταξε την κατασκευή του Τείχους του Βερολίνου;
Συναντήθηκαν στο Στάλινγκραντ, όπου το 1942 πολέμησαν στο ίδιο στρατόπεδο. Ο πρώτος, γιος μεταλλωρύχου από την Ουκρανία, οργάνωσε την άμυνα της πόλης, και ο δεύτερος, Γερμανός εξόριστος, προσπαθούσε να ενθαρρύνει τους συμπολεμιστές του να αλλάξουν στρατόπεδο.
Στη συνάντησή τους στη Μόσχα, σύμφωνα με τα πρακτικά, ο Χρουστσόφ δεν βρήκε δυσκολία στο να πείσει τον επισκέπτη του, αφού και ο ίδιος ο Ούλμπριχτ αντιμετώπιζε θετικά στην περίφραξη των Ανατολικογερμανών. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει «υπάρχουν αρκετά ζητήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν με ανοικτά τα σύνορα».
Με τον Ψυχρό Πόλεμο στο αποκορύφωμά του, οι δύο σύντροφοι πίστευαν ότι η έκβαση της διαμάχης μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού θα κρινόταν στη Γερμανία. ΓιΆ αυτό και ήθελαν να βεβαιώσουν ότι η Ανατολική Γερμανία θα υπερτερούσε σε οικονομικό επίπεδο, από την αντίπαλη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής του Ούλμπριχτ οδηγήθηκε σε αποτυχία, και μόνο το 1960, τουλάχιστον 200.000 Ανατολικογερμανοί διέφυγαν από τα άδεια ράφια των υπεραγορών -και τη μυστική αστυνομία Στάζι- στη Δυτική Γερμανία. Στη συνάντηση της 1ης Αυγούστου, ένας εξαγριωμένος Χρουστσόφ είπε στον Ούλμπριχτ: «Όταν πριν από δύο χρόνια παρευρέθηκα στη συνέλευση του κόμματός σου, όλα ήταν μια χαρά. Τι συνέβη; Έως το 1961/62 σκόπευες να ξεπεράσεις τη Δυτική Γερμανία» για να πάρει την ειλικρινή απάντηση από τον σύντροφό του: «Ο πληθυσμός έχει απαιτήσεις που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν».
Ο Ούλμπριχτ, γεννημένος στη Λειψία και ξυλουργός στο επάγγελμα, μετέθεσε τις ευθύνες στην Πολωνία και τη Βουλγαρία οι οποίες, κατά παράβαση της συμφωνίας, δεν προμήθευαν την Ανατολική Γερμανία με σίδηρο και άνθρακα. Την κύρια ωστόσο ευθύνη την επέρριψε στη Δυτική Γερμανία, κατηγορώντας την ότι «προετοίμαζε εξέγερση» στην Ανατολική Γερμανία το φθινόπωρο του 1961. Ισχυρισμός που φαίνεται ότι έγινε αποδεκτός από τον αφελή συνομιλητή του.
Ο Χρουστσόφ, φανερά εκνευρισμένος, διαμήνυσε στον Ούλμπριχτ ότι έχει προθεσμία δύο εβδομάδων ώστε να προβεί στις αναγκαίες οικονομικές προετοιμασίες. «Αμέσως μετά θα συγκαλέσεις τη Βουλή και θα εκδώσεις το ακόλουθο ανακοινωθέν: Με ισχύ από αύριο, θα ανεγερθούν σημεία ελέγχου και θα απαγορευθεί η διέλευση. Όποιος επιθυμεί να διασχίσει τα σύνορα θα μπορεί να το πράξει μόνο με την άδεια των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας».
Ο Χρουστσόφ ήθελε να πείσει τους Ανατολικογερμανούς ότι η ανέγερση του Τείχους αποσκοπούσε στο να τους προστατεύσει από τους κατασκόπους της Δύσης, και ήταν βέβαιος ότι θα το πετύχαινε. Ωστόσο, όπως διαφαίνεται, ακόμη και ο ίδιος δεν πίστευε πλήρως τη δική του προπαγάνδα. Όταν ο Ούλμπριχτ -στη συνάντηση του Αυγούστου- του διαμήνυσε ότι ήθελε να συμβουλευθεί ειδικούς επί οικονομικών θεμάτων, ο Χρουστσόφ τον συμβούλευσε διαφορετικά. «Δεν θα πρέπει να εξηγήσεις οτιδήποτε πριν τεθεί σε ισχύ το νέο συνοριακό καθεστώς. Το μόνο που θα πετύχεις, θα είναι να αυξηθεί ο αριθμός όσων θα διαφεύγουν».
Αν, τόνισε, γίνει γνωστό οτιδήποτε σχετικά με την ανέγερση του Τείχους, θα σημειωθεί «κυκλοφοριακή συμφόρηση» στους δρόμους που οδηγούν στο Βερολίνο. Τέτοιες μορφές παρακώλυσης της κυκλοφορίας, κατέληξε ο Χρουστσόφ, θα συνιστούν «εκδήλωση διαμαρτυρίας».
———————————————————————————————————————————————————————-
Ιερά Μονή Δαφνίου
Η Βυζαντινή περίοδος του Χαϊδαρίου
Στις παρυφές του άλσους Χαϊδαρίου, αριστερά της Ιεράς Οδού, που εξακολουθεί από την αρχαιότητα να οδηγεί από την Αθήνα στην Ελευσίνα, και στη θέση πιθανότατα του αρχαίου ιερού του Δαφναίου ή Δαφνίου Απόλλωνα, βρίσκεται το οχυρωμένο μοναστήρι του Δαφνιού.
Το μοναστήρι προστατεύεται από οχυρωμένο με πύργους και επάλξεις τετράγωνο περίβολο και φέρει δύο πύλες εισόδου, στην ανατολική και τη δυτική πλευρά.
Στο εσωτερικό δεσπόζει το καθολικό, που περιβάλλεται νότια από περίκλειστο με κελιά αύλειο χώρο, ενώ βόρεια βρίσκονται τα ερείπια της τράπεζας.
Κατά μήκος της ανατολικής, βόρειας και δυτικής πλευράς της οχύρωσης υπάρχουν ερείπια κελιών.
Στα νότια και τα δυτικά του αύλειου χώρου ανασκαφικές έρευνες έχουν φέρει στο φως λείψανα βοηθητικών κτισμάτων.
Ο ναός χρονολογείται στα τέλη του 11ου αι. και ανήκει στον οκταγωνικό τύπο, που υιοθετείται στους μεταβυζαντινούς χρόνους από σειρά σπουδαίων μνημείων, όπως τα καθολικά της μονής Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής Χίου, κατ’ απομίμηση ναών της Κωνσταντινούπολης.
Κύριο χαρακτηριστικό του τύπου είναι οι μεγάλες διαστάσεις του τρούλου και ο τρόπος στήριξής του, που αφήνουν ενιαίο και ελεύθερο τον κεντρικό χώρο.
Σύγχρονος με το ναό είναι ο νάρθηκας στη δυτική πλευρά, ενώ λίγο αργότερα προστέθηκε εξωνάρθηκας με βοηθητικά κτίσματα στον όροφο (12ος αι.).
Στη διάρκεια της Φραγκοκρατίας, όταν εγκαταστάθηκαν στη μονή κιστερκιανοί μοναχοί, έγιναν μετατροπές στον εξωνάρθηκα και η κρύπτη που βρίσκεται κάτω από το νάρθηκα μετατράπηκε σε μαυσωλείο για την ταφή των δουκών της Αθήνας.
Δυτικά του εξωνάρθηκα κατασκευάστηκε στους όψιμους χρόνους της Τουρκοκρατίας παρεκκλήσι με την αψίδα του ιερού προς Βορρά.
Η εξαιρετικά φροντισμένη κατασκευή του καθολικού με δόμους περίκλειστους από σειρά τούβλων, η πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση γύρω από τα παράθυρα και ο πολυτελής διάκοσμος στο εσωτερικό, με τα μοναδικής τέχνης εντοίχια ψηφιδωτά και το μαρμαρικό διάκοσμο, του οποίου δείγματα μόνον σώζονται, συνδέουν την ίδρυση του μνημείου με κύκλους της αυτοκρατορικής αυλής.
Ο ψηφιδωτός διάκοσμος, που καλύπτει τις ψηλότερες επιφάνειες, αποτυπώνει εικαστικά το δόγμα της εκκλησίας.
Ακολουθείται το καθιερωμένο εικονογραφικό πρόγραμμα των μεσοβυζαντινών ναών με τον Παντοκράτορα στον τρούλο, πλαισιωμένο από προφήτες, την Παναγία στην κόγχη του ιερού με τη συνοδεία αρχαγγέλων, παραστάσεις του Ευαγγελισμού, της Γέννησης, της Βάπτισης και της Μεταμόρφωσης στις τέσσερις τριγωνικές επιφάνειες κάτω από τον τρούλο, σκηνές από τη ζωή του Χριστού και της Παναγίας, αγίους και ιεράρχες.
Οι μορφές, σε συμμετρία και με συγκρατημένες κινήσεις, καθώς προβάλλονται επάνω σε χρυσό βάθος μοιάζουν ανάγλυφες και θυμίζουν κλασικά και ελληνιστικά πρότυπα.
Η έκφραση στα πρόσωπα των αγίων χαρακτηρίζεται από υψηλό ήθος και ευγένεια.
Ο Παντοκράτορας στον τρούλο, με έντονα περιγράμματα και πυκνές σκιές, ανήκει σε διαφορετικό τεχνοτροπικό ρεύμα.
Στους μεταβυζαντινούς χρόνους (17ος-18ος αι.) ανήκουν οι αποσπασματικά σωζόμενες τοιχογραφίες στον κυρίως ναό, που περιλαμβάνουν λίγες παραστάσεις (Δέηση, Θυσία του Αβραάμ), ολόσωμος αγίους, ιεράρχες και διακοσμητικά θέματα.
Μετά το 18ο αι. το μοναστήρι, που στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχε αποδοθεί και πάλι στους ορθοδόξους, παράκμασε, αφού λόγω της στρατηγικής θέσης του δεχόταν συχνά ληστρικές επιδρομές.
Στο 19ο αι. για μικρό χρονικό διάστημα (1883-1885) στο μοναστήρι στεγάστηκε το φρενοκομείο.
Οι εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του συγκροτήματος και συντήρησης του ψηφιδωτού διακόσμου του καθολικού άρχισαν από τα τέλη του περασμένου αιώνα και συνεχίζονται μέχρι σήμερα από την αρχαιολογική υπηρεσία.
Το μνημείο περιλαμβάνεται στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
————————————————————————————————————————————————————————————
Ιστορικός Πύργος Παλατάκι
Στον Ιστορικό χώρο του Πύργου Παλατάκι δόθηκε μία από τις μεγαλύτερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης τον Αύγουστο του 1826, γνωστή ως η «μάχη του Χαϊδαρίου», με τον Στρατάρχη Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον Γάλλο φιλέλληνα Κάρολο Φαβιέρο, ηγούμενοι 2500 ατάκτων πολεμιστών να αντιμετωπίζουν την στρατιά του Κιουταχή, ο οποίος πολιορκούσε την Ακρόπολη των Αθηνών.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγωνιστή και ιστορικού Χρήστου Βυζάντιου, ο οποίος έλαβε μέρος στις μάχες του Χαϊδαρίου τον Αύγουστο του 1826, αναφέρεται για πρώτη φορά κάποιος Πύργος με κήπο, στον οποίο οχυρώθηκε ο Καραϊσκάκης κατά την μάχη.
Η ακριβής όμως χρονολογία ανέγερσης του πύργου είναι ασαφής.
Σε γενικές γραμμές τοποθετείται στις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες.
Ερευνητές αποδίδουν τον σχεδιασμό του στον Γάλλο αρχιτέκτονα Γουσταύο Μπουλανζέ, ο οποίος θεωρείται από πολλούς και ο αρχιτέκτονας του Πύργου της Βασιλίσσης στο Ίλιον, με τον οποίο το Παλατάκι έχει αρκετές μορφολογικές ομοιότητες.
Άλλη εκδοχή θέλει ως δημιουργό του πύργου τον αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Σταμάτιο Κλεάνθη (1802-1862), ιδιαίτερα γνωστό από τα γοτθικίζοντα μέγαρα της Δουκίσσης της Πλακεντίας στην Πεντέλη και το κέντρο της σημερινής Αθήνας.
Με βάση τη σύνδεση του πύργου με τον Κλεάνθη, καθώς και την εξοχική του θέση, έχει υποτεθεί ότι το Παλατάκι χτίστηκε κατά παραγγελία της Δούκισσας της Πλακεντίας και σύμφωνα με τον θρύλο χρησιμοποιούσε το Παλατάκι για τις μυστικές συναντήσεις της με τον λήσταρχο Νταβέλη.
Το οίκημα πέρασε στην ιδιοκτησία του φιλότεχνου Τήνιου τραπεζίτη Νικόλαου Νάζου. Ο Νάζος μετέτρεψε το Παλατάκι σε καλλιτεχνικό κέντρο, όπου σύχναζαν οι μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι Νικηφόρος Λύτρας και Νικόλαος Γύζης.
Στη συνέχεια ιδιοκτήτης του πύργου έγινε ο Γεώργιος Θων, επιμελητής των ανακτόρων επί Γεωργίου Α’.
Ο Θων τοποθέτησε μπροστά στην είσοδο του πύργου μαρμάρινη στήλη με προτομή προς τιμήν του Κάρολου Φαβιέρου για την «μάχη του Χαϊδαρίου», με την αναθηματική στήλη να υπάρχει ακόμα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα το Παλατάκι αναφέρεται ότι πέρασε στην ιδιοκτησία του Χιώτη εφοπλιστή Αντώνιου Παλιού.
Κάποιες πηγές όμως παρουσιάζουν ως ιδιοκτήτη του πύργου κατά τα τέλη του 19ου και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τον μεγαλοκτηματία Γεώργιο Παχύ.
Βασικά χαρακτηριστικά του Πύργου είναι ο φρουριακός χαρακτήρας(επάλξεις, γωνιακοί πύργοι, στενά παράθυρα), οι ραδινές αναλογίες και τα γοτθικίζοντα διακοσμητικά στοιχεία (παράθυρα επιστεφόμενα από οξυκόρυφα τόξα, εξωτερικός κεραμοπλαστικός διάκοσμος, διαμόρφωση επάλξεων και γωνιακών πυργίσκων).
Κατά την περίοδο 1957-1971 το Παλατάκι στέγασε την ψυχιατρική κλινική «Άγιος Ιωάννης», ενώ το 1979 ο ιστορικός χώρος και ο Πύργος ανακηρύχθηκε διατηρητέος ιστορικός τόπος από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το 1985 περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Χαϊδαρίου και αμέσως ξεκίνησαν οι εργασίες επισκευής και αποκατάστασης του μνημείου.
Σήμερα ο πύργος Παλατάκι στεγάζει το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χαϊδαρίου.









